"Ανάμεσα στις επιθυμίες και στις ηδονές, υπάρχουν κάποιες παράνομες.Σε μερικούς περιστέλλονται από τους νόμους και από άλλες καλύτερες επιθυμίες, με την επικουρία του λογικού.Έτσι, ή φεύγουν εντελώς ή όσες μένουν είναι λίγες και αδύνατες. Σε άλλους όμως είναι δυνατότερες και περισσότερες..."
Πλάτωνος Πολιτεία

Κυριακή, 17 Οκτωβρίου 2010

Μεθοδολογία ανάλυσης πηγών για το μάθημα της Φιλοσοφίας

       Η δεύτερη ομάδα ερωτήσεων του μαθήματος των Αρχών Φιλοσοφίας περιλαμβάνει δύο ερωτήσεις – από 25 μονάδες η καθεμία – που η απάντησή τους απαιτεί το συνδυασμό φιλοσοφικών γνώσεων που παρέχει το διδακτικό εγχειρίδιο και των στοιχείων που θα αντλήσει ο μαθητής από τα φιλοσοφικά παραθέματα που δίνονται. Γι’ αυτό το λόγο παρατίθενται σε αποσπάσματα , φιλοσοφικά δοκίμια ,ή φιλοσοφικές μελέτες, δηλαδή άμεσες ή έμμεσες πηγές από τις οποίες ο μαθητής πρέπει να αποσπάσει τις σχετικές πληροφορίες, να τις εντάξει στο ευρύτερο φιλοσοφικό πλαίσιο, όπου ανήκουν και να τις συνδέσει με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ενότητας.

Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ 

     Πιο συγκεκριμένα, τα βήματα που μπορεί να ακολουθήσει κανείς για τη σύνθεση απάντησης με παράθεμα είναι τα εξής :
Βήμα 1: Μελέτη και καλή κατανόηση του σχετικού ερωτήματος.
Βήμα 2: Επειδή όλες αυτές οι ερωτήσεις βασίζονται στη θεωρία του βιβλίου, καλό είναι οι μαθητές , προτού διαβάσουν το κείμενο του παραθέματος, να καταγράψουν σ' ένα πρόχειρο πολύ συνοπτικά τις πληροφορίες του βιβλίου σχετικά με το ερώτημα. Έτσι, μπορούν να "οριοθετήσουν" ως ένα βαθμό το περιεχόμενο της απάντησής τους και να μην "πελαγώσουν" μέσα στο κείμενο του παραθέματος, το οποίο μπορεί να έχει και στοιχεία άσχετα με το ερώτημα ή ακόμη και δυσνόητα.
Βήμα 3: Προσεκτική μελέτη του παραθέματος, εντοπισμός σ' αυτό των στοιχείων που απαιτεί η απάντηση.
Βήμα 4: Σύνθεση της απάντησης που θα περιλαμβάνει, τόσο το σχολιασμό του παραθέματος, όσο και τις γνώσεις από το σχολικό εγχειρίδιο.

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

      Οι μαθητές χρειάζεται να έχουν υπόψη τους ότι αυτού του είδους τα θέματα είναι στην πραγματικότητα «μικρές» εκθέσεις και θα πρέπει να απαρτίζονται από πρόλογο, κυρίως θέμα και επίλογο. Είναι αυτονόητο ότι το τελικό κείμενο θα είναι ένα ενιαίο κείμενο με παραγράφους, αλληλουχία νοημάτων και σωστή συνοχή μεταξύ των παραγράφων.
      Σε περίπτωση που ζητείται συνδυαστική απάντηση, σημαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση του μαθητή είναι η πρωτότυπη σύνθεση των γνωστικών στοιχείων που χρησιμοποιούνται και όχι η απλή συρραφή χωρίων του σχολικού βιβλίου.
     Σε περίπτωση που ζητείται ερμηνεία αποσπάσματος φιλοσοφικού κειμένου, σημαντικά στοιχεία για τη συνολική εκτίμηση είναι η δυνατότητα ένταξης του κειμένου στην περίοδο και το φιλοσοφικό πλαίσιο , όπου ανήκει, η ακριβής και σαφής ανάλυση του περιεχομένου, η κριτική αποτίμησή του και η αποφυγή αόριστων και γενικόλογων σχολίων.
       Γενικά, ο μαθητής καλείται, εκτός από την αναπαραγωγή του περιεχομένου του σχολικού βιβλίου, που σε σχέση με τα δεδομένα της πηγής έχει μεγαλύτερη βαρύτητα στη βαθμολογία, να επεξεργαστεί κριτικά τα στοιχεία του παραθέματος και να διατυπώσει εύλογη και πειστική φιλοσοφική ανάλυση και επιχειρηματολογία. Θετικό στοιχείο αξιολόγησης είναι η ικανότητα των μαθητών να διατυπώνουν και να τεκμηριώνουν με φιλοσοφική επάρκεια την προσωπική τους άποψη, ιδιαίτερα αν αυτή είναι διαφορετική από τις θέσεις του σχολικού βιβλίου.

ΤΡΟΠΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ

       Σε γενικές γραμμές μία πηγή:
  • Επιβεβαιώνει και τεκμηριώνει τα δεδομένα του σχολικού βιβλίου.
  • Επεξηγεί και διασαφηνίζει σε αναλυτικότερη διατύπωση τα δεδομένα του σχολικού βιβλίου.
  • Παρέχει πρόσθετα στοιχεία για τα ζητήματα που θίγονται στο σχολικό βιβλίο.
  • Καταθέτει μια αντίθετη άποψη και συνακόλουθα διαφοροποιείται από αυτή που υποστηρίζεται στο σχολικό βιβλίο.
  • Αποτελεί συνδυασμό των παραπάνω.
       Ο μαθητής είναι υποχρεωμένος αρχικά να αντιληφθεί τη σχέση της πηγής με το σχολικό βιβλίο και στη συνέχεια να αξιοποιήσει το κείμενο της πηγής, για να ενισχύσει την απάντησή του. Οι μέθοδοι που μπορεί να χρησιμοποιήσει είναι η σύνθεση και η παράθεση.
  • Μέθοδος της σύνθεσης : Είναι συνδυασμός των φιλοσοφικών γνώσεων του βιβλίου και των απόψεων που παραθέτει το φιλοσοφικό παράθεμα.
  • Μέθοδος της παράθεσης :Είναι η αυτούσια παράθεση των δεδομένων του βιβλίου (που συνδέονται με την πηγή) και κατόπιν, σε άλλη παράγραφο και με συνδετική φράση τέτοια που να δείχνει τη σχέση της πηγής με τα δεδομένα του βιβλίου (αποδεικτική, συμπληρωματική, αντιθετική κ.ά.), η παρουσίαση του περιεχομένου της πηγής με τα λόγια όμως του μαθητή αυτή τη φορά και αναφορές στο κείμενο της πηγής για επιβεβαίωση,μέσα σε εισαγωγικά ή παρενθέσεις.
      Ακολουθούν μερικοί από τους τρόπους αντιμετώπισης αυτών των ερωτήσεων, με την ελπίδα ότι μπορεί να ευκολύνουν το μαθητή σε αυτή την επίπονη εργασία:

 ΠΡΩΤΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ, ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΘΕΣΗΣ

Δομή/διάγραμμα πρώτου τρόπου απάντησης

Α.ΕΙΣΑΓΩΓΗ
      Μπορεί να είναι σχετική με τη συγκεκριμένη ερώτηση , ή να εντάσσει φιλοσοφικά το ζητούμενο, ή να εμπεριέχει το θέμα και τη θέση του μαθητή για τη φιλοσοφική άποψη που παρατίθεται στο παράθεμα, ή να είναι μια άλλη παράγραφος από το σχολικό εγχειρίδιο , σχετική με το ευρύτερο φιλοσοφικό πλαίσιο, όπου ανήκουν τα ζητούμενα.
      Ωστόσο, μπορεί και να μην υπάρχει εισαγωγή, αλλά να ξεκινά ο μαθητής κατευθείαν την απάντησή του με την αναφορά του στις φιλοσοφικές του γνώσεις .

Β. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ

1.Φιλοσοφικές γνώσεις
       Ο μαθητής παραθέτει τις φιλοσοφικές γνώσεις , όσο το δυνατόν πιο κοντά στα στοιχεία που παραθέτει το σχολικό εγχειρίδιο, αρχίζοντας αυτό το μέρος της απάντησης με τη φράση: « Όπως γνωρίζουμε από τις γνώσεις, που παρατίθενται στο σχολικό εγχειρίδιο…» ή « Σύμφωνα με το σχολικό βιβλίο…»
    Ωστόσο, υπάρχουν και καθηγητές-βαθμολογητές που διαφωνούν μ’ αυτού του είδους τις εκφράσεις, γιατί θεωρούν ότι είναι προφανές ότι ο μαθητής θα παραθέσει τις γνώσεις του από το σχολικό βιβλίο, οπότε ο μαθητής μπορεί να μη χρησιμοποιήσει εισαγωγική φράση.

2.Απόψεις από το φιλοσοφικό παράθεμα
      Ο μαθητής καταγράφει οργανωμένα τις απόψεις που σταχυολόγησε από το φιλοσοφικό παράθεμα και τις συνδέει με τις φιλοσοφικές γνώσεις που παρέθεσε στο προηγούμενο μέρος.
     Συχνά οι μαθητές επιχειρούν την απλή αντιγραφή σχετικών (ή και άσχετων) τμημάτων του  παραθέματος, χωρίς να τονίζουν τα σημεία που ενδιαφέρουν. Έτσι δεν απαντούν ακριβώς στα ζητούμενα και χάνουν πολύτιμους βαθμούς. Άλλες πάλι φορές αρκούνται σε μια γενικόλογη αναφορά στοιχείων του παραθέματος, χωρίς συγκεκριμένες αναφορές, χωρίς να φαίνεται δηλαδή από ποιο σημείο του κειμένου αλίευσαν τα δεδομένα.
     Είναι φανερό πως δεν αρκεί η αντιγραφή των στοιχείων που προσφέρει η πηγή, ούτε η αναφορά τους, έστω και με άλλη διατύπωση.  
      Είναι απαραίτητο να επιλέγονται προσεκτικά τα χρήσιμα στοιχεία, να ιεραρχούνται ή κατά περίπτωση να ομαδοποιούνται και , προπαντός, να συνδέονται με τις φιλοσοφικές γνώσεις του βιβλίου, σχετικά με τα ζητούμενα του θέματος.
     Πριν επιχειρήσει να σχολιάσει ο μαθητής τα στοιχεία της πηγής, καλό θα ήταν να γράψει στη θεματική περίοδο την κεντρική ιδέα του παραθέματος και να δώσει σε γενικές γραμμές το νόημα της πηγής, ώστε να προετοιμάσει τον αναγνώστη και να τον κατατοπίσει σχετικά. Προκειμένου να αναλύσει τα σχετικά με την ερώτηση δεδομένα του παραθέματος, μπορεί να εστιάσει αρχικά σε λέξεις-κλειδιά και μετά να προχωρήσει στις σχέσεις που παρουσιάζουν οι συγκεκριμένες έννοιες, μεταξύ τους ή με το στόχο του συγγραφέα.
     Για να είναι η απάντηση ολοκληρωμένη κατά τη σύνδεση των φιλοσοφικών γνώσεων και των στοιχείων του παραθέματος , καλό είναι να γίνονται συγκεκριμένες αναφορές. Φορμαλιστικές φράσεις του τύπου , «όπως ήδη έχει αναφερθεί…»ή «προηγουμένως έγινε λόγος για …» ή «σημειώθηκε ήδη ότι…» ή « σε συνέχεια των όσων αναφέρθηκαν …» ή «σε συνάρτηση με τα προηγούμενα…» είναι αναγκαίες, προκειμένου να επιτευχθεί επαρκής σύνδεση της πηγής με όσα έχουν γραφεί από το βιβλίο.


      Οι μαθητές συνηθίζουν να αρχίζουν αυτό το μέρος της απάντησης με τις εξής φράσεις: 

  • « Όπως πληροφορούμαστε από το φιλοσοφικό παράθεμα, το οποίο είναι απόσπασμα από το έργο του …. με τίτλο…» ή
  • « Σύμφωνα με τη φιλοσοφική πηγή… του…» ή «σύμφωνα με τα στοιχεία που συνάγουμε από τη συγκεκριμένη πηγή…»
  • Ανάλογες είναι και οι απόψεις που παρατίθενται στο συγκεκριμένο παράθεμα…» ή «οι συγκεκριμένες απόψεις μπορούν να τεκμηριωθούν βάσει των σχετικών δεδομένων, που παρατίθενται στο συγκεκριμένο παράθεμα…»
  • Προς επίρρωση των συγκεκριμένων δεδομένων, η φιλοσοφική πηγή καταγράφει ανάλογες απόψεις…» ή «πέρα από τα όσα σημειώθηκαν, η άποψη αυτή είναι αναγκαίο να διευκρινιστεί και με βάση τα δεδομένα του κειμένου της πηγής…» ή «
  • Οι απόψεις που προαναφέρθηκαν έρχονται σε πλήρη αντίθεση/ συγκλίνουν/ αποκλίνουν /διαφοροποιούνται /ταυτίζονται με όσα καταγράφονται στο φιλοσοφικό παράθεμα…»
       Σε σχέση με το παράθεμα, καλό θα ήταν ο μαθητής να αναφέρει το συντάκτη του παραθέματος και το βιβλίο από το οποίο αντλείται το παράθεμα πχ:" ... Όπως αναφέρει και ο .... στο βιβλίο του ....," ή "...σύμφωνα με τον .... (σε παρένθεση ο τίτλος του βιβλίου, άρθρου κ.λπ.) ή "  ο….υποστηρίζει την άποψη ...." κ.λπ.
      Καλό είναι τα σημεία που είναι κοινά μεταξύ σχολικού βιβλίου και πηγής να μην επαναλαμβάνονται δύο φορές σε δύο σημεία, γιατί τότε δεν θα είναι σωστή η δομή του κειμένου. Το ζήτημα είναι η τελική απάντηση να έχει νοηματική αλληλουχία και να διαπλέκει τα δεδομένα του βιβλίου και της πηγής.

Γ.ΕΠΙΛΟΓΟΣ
     Σ’ αυτό το μέρος ολοκληρώνεται η απάντηση,  γιατί επιχειρείται η οριστική αποτίμηση, η αξιολόγηση, η πύκνωση όσων προαναφέρθηκαν , ανάλογα με αυτά που ζητά η ερώτηση. Επισημαίνεται επίσης η συμφωνία ή η ασυμφωνία μεταξύ των φιλοσοφικών γνώσεων και των στοιχείων που αποκόμισε ο μαθητής από την ανάγνωση του φιλοσοφικού παραθέματος.
Στον επίλογο ο εξεταζόμενος μαθητής μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε :
  • Ανακεφαλαίωση βασικών παραμέτρων της πηγής
  • Προσπάθεια ανίχνευσης του βασικού στόχου του συγγραφέα του παραθέματος και σύγκριση των απόψεών του με αυτές του βιβλίου.
  • Κριτική των θέσεων αυτών (ΠΡΟΣΟΧΗ!!!Αυτό μόνο, όταν η πηγή διαφωνεί με το σχολικό βιβλίο)
  • Διατύπωση συμπεράσματος για την αξία της πηγής και αναγωγή της σε σχέση με το ελληνικό αλλά και διεθνές πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό ‘γίγνεσθαι’
  • Κατάδειξη της συνέχειας μέσα από αναφορές στο μέλλον και προσπάθεια σκιαγράφησης των συνεπειών και αποτελεσμάτων των όσων αναφέρθηκαν προηγουμένως
ΠΡΟΣΟΧΗ!!!Απαραίτητες είναι οι παραπομπές όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.

 ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ, ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΗΣ ΠΑΡΑΘΕΣΗΣ

       Ο δεύτερος τρόπος απάντησης είναι παραλλαγή του πρώτου , μια διαφοροποίηση δηλαδή στην οργάνωση της απάντησης. Συγκεκριμένα ο μαθητής μπορεί να αρχίσει το κύριο μέρος της ανάπτυξής του από τις πληροφορίες που παρέχει το φιλοσοφικό παράθεμα και μετά να συνεχίσει με την παράθεση των φιλοσοφικών γνώσεων.

ΤΡΙΤΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗΣ, ΜΕ ΤΗ ΜΕΘΟΔΟ ΤΗΣ ΣΥΝΘΕΣΗΣ

        O τρίτοςτρόπος ανάπτυξης είναι συνδυασμός των φιλοσοφικών γνώσεων του βιβλίου και των απόψεων που παραθέτει το φιλοσοφικό παράθεμα. Διαθέτει υψηλότερο συντελεστή δυσκολίας και σαφώς απαιτεί και επαρκή γνώση του κειμένου του σχολικού βιβλίου, αλλά και κριτική ικανότητα, αφού ο μαθητής καλείται να εντοπίσει και να αξιολογήσει στην πηγή όσα ο ίδιος γνωρίζει από το σχολικό βιβλίο.
       Ο μαθητής μπορεί να χρησιμοποιήσει το κείμενο του βιβλίου ως καμβά, τον οποίο θα εμπλουτίσει με τα στοιχεία που θα συλλέξει από την πηγή, παραθέτοντας και συγκεκριμένες αναφορές, ώστε να κατατοπίζει τον αναγνώστη για το ακριβές σημείο από το οποίο άντλησε το δεδομένο αυτό.
       Μπορεί , επίσης, ως βάση να χρησιμοποιήσει το κείμενο του φιλοσοφικού παραθέματος και από τις απόψεις που παραθέτει αυτό να αφορμάται και να ανακαλεί τις φιλοσοφικές γνώσεις του βιβλίου. Σ’ αυτή την περίπτωση πρέπει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός,  γιατί θα αντιμετωπίσει εντονότερα τον κίνδυνο να παραλείψει κάποιο στοιχείο από το σχολικό του βιβλίο.
        Πάντοτε ο μαθητής πρέπει να έχει ξεκάθαρο στο μυαλό του τι ακριβώς ζητάει η ερώτηση, να προσέχει, ώστε να περιλαμβάνει στην απάντησή του όλες τα στοιχεία από το σχολικό εγχειρίδιο και τις αντίστοιχες απόψεις από τα παραθέματα και να συνδέει κατάλληλα τα  πρώτα με τις δεύτερες. Καλό είναι επίσης να επισημαίνει , κατά περίπτωση, νέα ή διαφορετικά στοιχεία από το σχολικό εγχειρίδιο  και να κρίνει ή να αξιολογεί τις απόψεις των πηγών, όταν αυτό χρειάζεται.

Δομή/Διάγραμμα τρίτου τρόπου απάντησης

Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
       Μπορεί να είναι σχετική με τη συγκεκριμένη ερώτηση , ή να εντάσσει το ζητούμενο φιλοσοφικά , ή να εμπεριέχει το θέμα και τη θέση του μαθητή για τη φιλοσοφική άποψη που παρατίθεται στο παράθεμα, ή να είναι μια άλλη παράγραφος από το σχολικό εγχειρίδιο , σχετική με το ευρύτερο φιλοσοφικό πλαίσιο, όπου ανήκουν τα ζητούμενα. Ωστόσο, μπορεί και να μην υπάρχει εισαγωγή αλλά να ξεκινά ο μαθητής κατευθείαν την απάντησή του με την αναφορά του στις φιλοσοφικές του γνώσεις .

 Β. ΚΥΡΙΟ ΜΕΡΟΣ
     Είναι θεμιτή η δημιουργία ενός ευσύνοπτου σχεδιαγράμματος, ανάλογα με το χρόνο που διαθέτει ο μαθητής, για να επιτευχθεί η όσο το δυνατόν πληρέστερη σύνδεση και ταύτιση των δεδομένων πηγής  και βιβλίου. Το σχεδιάγραμμα αποτελείται από δύο στήλες.  
     Στην αριστερή στήλη σημειώνουμε τις πληροφορίες που απαιτούνται στην απάντηση από το βιβλίο και στη δεξιά στήλη τα στοιχεία που παραθέτει η πηγή. Για κάθε δεδομένο  του βιβλίου προσπαθούμε να εντοπίσουμε (αν υπάρχει) και να συνδέσουμε την ανάλογη και συναφή αναφορά της πηγής.
        Στην περίπτωση που η πηγή καταγράφει αντίθετες απόψεις από εκείνες του βιβλίου θα πρέπει , αφού πρώτα καταγράψουμε τα φιλοσοφικά δεδομένα του σχολικού βιβλίου, να σημειώσουμε και να τονίσουμε την αντίθεση της πηγής και στη συνέχεια να αναφερθούμε αναλυτικά στη διάσταση των απόψεων και, αν μπορούμε να την αιτιολογήσουμε. Σ’ αυτήν την περίπτωση είναι αναγκαίο ο μαθητής να θεωρήσει βασικά ορθή την άποψη που καταγράφει το σχολικό βιβλίο.
        Μετά την ολοκλήρωση του σχεδιαγράμματος, προχωρούμε στην ολοκληρωμένη ανάπτυξη της απάντηση. Με βάση πάντα το σχεδιάγραμμα, ο μαθητής αξιοποιεί το κείμενο της πηγής, για να επιβεβαιώσει, να τεκμηριώσει και να αναπτύξει περισσότερο τα όσα έχει ήδη γράψει από το βιβλίο, δημιουργώντας τόσες συνδέσεις βιβλίου-πηγής, όσες του επιτρέπει το σχεδιάγραμμά του.
       Είναι πιθανόν αναγκαίο κάθε φορά που ο υποψήφιος μεταβαίνει από το κείμενο του βιβλίου στο δεδομένο της πηγής να χρησιμοποιεί και μια μεταβατική φράση (κείμενο βιβλίου+ μεταβατική φράση + κείμενο πηγής),  η οποία θα εξομαλύνει το πέρασμα από το βιβλίο στην πηγή και καταδεικνύει την κριτική και συνθετική σκέψη του μαθητή. Πρέπει να σημειωθεί ότι η απλή επανάληψη του κειμένου της πηγής συνιστά σφάλμα μεθοδολογικό. Ο μαθητής οφείλει να αναπλάσει δημιουργικά με το δικό του λόγο και ύφος το στοιχείο που αντλεί από το κείμενο της πηγής.
          Οι επιπλέον πληροφορίες του παραθέματος, όσες δηλαδή δεν μπορούμε να συνδέσουμε με το σχολικό βιβλίο, θα τοποθετηθούν στην απάντησή μας, αμέσως μετά την ανάπτυξη της σύνθεσης. Τις χαρακτηρίζουμε επιπρόσθετα στοιχεία και συμβάλλουν σε μια ολοκληρωμένη διαπραγμάτευση της ερώτησης.

3. ΕΠΙΛΟΓΟΣ (ακριβώς ίδιος με τους άλλους τρόπους)
     Σ’ αυτό το μέρος ολοκληρώνεται η απάντηση, γιατί επιχειρείται η οριστική αποτίμηση, η αξιολόγηση, η πύκνωση όσων προαναφέρθηκαν , ανάλογα με αυτά που ζητά η ερώτηση. Επισημαίνεται επίσης η συμφωνία ή η ασυμφωνία μεταξύ των φιλοσοφικών γνώσεων και των στοιχείων που αποκόμισε ο μαθητής από τη μελέτη του φιλοσοφικού παραθέματος, η οποία έχει ήδη εντοπιστεί, αναλυθεί και αιτιολογηθεί στο κυρίως θέμα.
Στον επίλογο ο εξεταζόμενος μαθητής μπορεί να επιλέξει ανάμεσα σε :
  • Ανακεφαλαίωση βασικών παραμέτρων της πηγής
  • Προσπάθεια ανίχνευσης του βασικού στόχου του συγγραφέα του παραθέματος και σύγκριση των απόψεών του με αυτές του βιβλίου.
  • Κριτική των θέσεων αυτών
(ΠΡΟΣΟΧΗ!!! Αυτό μόνο, όταν η πηγή διαφωνεί με το σχολικό βιβλίο)
  • Διατύπωση συμπεράσματος για την αξία της πηγής και αναγωγή της σε σχέση με το ελληνικό αλλά και διεθνές πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό ‘γίγνεσθαι’
  • Κατάδειξη της συνέχειας μέσα από αναφορές στο μέλλον και προσπάθεια σκιαγράφησης των συνεπειών και αποτελεσμάτων των όσων αναφέρθηκαν προηγουμένως
ΠΡΟΣΟΧΗ!!!Απαραίτητες είναι οι παραπομπές,όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο.

ΠΑΡΑΘΕΣΗ Η ΣΥΝΘΕΣΗ ΣΤΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ; ΠΟΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΔΥΟ ΜΕΘΟΔΟΥΣ ΕΝΔΕΙΚΝΥΤΑΙ ΓΙΑ ΤΙΣ ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ;
      Στις πανελλήνιες μια καλογραμμένη απάντηση-μικρή έκθεση που θα "πλέκει" τις ιστορικές γνώσεις με τις πληροφορίες της πηγής, αντί να παραθέτει απλά το ένα κάτω από το άλλο, θεωρείται το ιδανικό. Δυστυχώς μοιάζει ουτοπία, αφού στην πραγματικότητα η  συντριπτική πλειοψηφία των γραπτών, ακόμη και των αρίστων
είναι γραμμένα με την ασφαλή μέθοδο της παράθεσης.
     Οι βαθμολογητές συμφωνούν ότι δεν μπορούν να αφαιρέσουν μόρια,  για τον τρόπο με τον οποίο είναι γραμμένη η πηγή, από τη στιγμή που η παράθεση είναι αυτή που κυριαρχεί.
       Οι πιο αυστηροί και απαιτητικοί βαθμολογητές δηλώνουν ότι μια άψογη απάντηση γραμμένη με τη μέθοδο της παράθεσης θα την βαθμολογούσαν με 47-48/50, φυλάσσοντας το πλήρες 50άρι για γραπτό που θα ήταν γραμμένο με τη μέθοδο της σύνθεσης.
      Άλλοι βαθμολογητές δηλώνουν ότι είναι  πιο επιεικείς με τυχόν παραλείψεις ενός γραπτού που επέλεξε τη μέθοδο της σύνθεσης, γιατί ο μαθητής αυτός τουλάχιστον το προσπάθησε και πήρε το ρίσκο του.
      Με άλλα λόγια, όσον αφορά στις εξετάσεις, δεν υπάρχει συμπόρευση στο συγκεκριμένο θέμα μεταξύ των φιλολόγων –βαθμολογητών και η παράθεση είναι πλήρως αποδεκτή. Έγκειται στην κρίση του μαθητή αν θα επιλέξει τη μία ή την άλλη μέθοδο ή θα προσπαθήσει να συνδυάσει και τις δύο. Εξαρτάται από το χρόνο που διαθέτει και το βαθμό δυσκολίας του παραθέματος. Εξυπακούεται ότι ένα γραπτό που μαρτυρά μεγάλη κριτική ικανότητα σε συνδυασμό με γνώσεις θα βαθμολογηθεί με άριστα. Ο μαθητής δεν πρέπει να ξεχνά ότι:
  • Οι ιστορικές γνώσεις του σχολικού βιβλίου παίρνουν μεγαλύτερο βαθμό από τα στοιχεία του παραθέματος.
  • Δεν πρέπει να αντιγράψει απλώς τα στοιχεία της πηγής, αλλά να τα σχολιάσει.
  • Κριτική ικανότητα απαιτείται και για τη μέθοδο της σύνθεσης, αλλά και για τη μέθοδο της παράθεσης.
  • Η απάντηση του παραθέματος αξιολογείται και σε σχέση με το περιεχόμενο ( ιστορικές γνώσεις του μαθητή), αλλά και σε σχέση τη μορφή ( έκφραση του μαθητή).
  • Οι μαθητές φοβούνται τα παραθέματα, γιατί δε διαβάζουν βιβλία ή εφημερίδες. Έτσι, δεν έχουν συνηθίσει να μελετούν και να επεξεργάζονται κείμενα κι αυτό φαίνεται πολύ καθαρά στο μάθημα της Έκθεσης.
  • Η ολοκληρωμένη απάντηση σε κάποιο παράθεμα προϋποθέτει άριστη γνώση του σχολικού εγχειριδίου, εξάσκηση σε ιστορικά κείμενα και εκφραστική δεινότητα,σε συνδυασμό με κρίση και φαντασία.
ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑΣΜΕΝΗ ΠΗΓΗ

Α. Μέθοδος παράθεσης: Ξεκινούμε με το κείμενο του σχολικού βιβλίου και σχολιάζουμε στη συνέχεια το φιλοσοφικό παράθεμα.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1ο: Ξεκινώντας από την απορία
ΕΝΟΤΗΤΑ 1η: Η ιδιαιτερότητα της φιλοσοφικής σκέψης
ΕΝΟΤΗΤΑ 2η : Βασικοί στόχοι της φιλοσοφικής δραστηριότητας

     Αφού λάβετε υπόψη σας τα δεδομένα της συγκεκριμένης ενότητας και τις απόψεις που παρατίθενται στο ακόλουθο κείμενο , να απαντήσετε στις εξής ερωτήσεις:
  • Τι σημαίνει «φιλοσοφώ»;
  • Γιατί ο άνθρωπος συνήθως αποφεύγει να επεξεργάζεται τα δεδομένα της ζωής του;
  • Γιατί η αιτιολόγηση βασικών πεποιθήσεων, αρχών, αξιών, ακόμα κι επιστημονικών αξιωμάτων πο έχουμε διδαχθεί και εμπιστευόμαστε θεωρείται από τους φιλοσόφους κάτι απολύτως   αναγκαίο;
         «Όταν η ύπαρξή μας ακολουθεί μια ρουτίνα, χωρίς ποτέ να εξετάζονται τα κίνητρα πάνω στα οποία βασίζεται, είναι σαν να οδηγούμε ένα αυτοκίνητο που δεν έχει πάει ποτέ σέρβις και του οποίου μπορεί να εμπιστεύεται κανείς τα φρένα, το σύστημα οδήγησης, τη μηχανή , αφού μέχρι τώρα δεν παρουσίασαν ποτέ πρόβλημα, χωρίς όμως να είναι αυτή η εμπιστοσύνη του απόλυτα δικαιολογημένη. Τα τακάκια των φρένων μπορεί να είναι ελαττωματικά και να μη λειτουργήσουν ακριβώς τη στιγμή που τα χρειάζεσαι περισσότερο. Κατ’ αναλογία, μπορεί οι αρχές στις οποίες στηρίζεται η ζωή του καθένα μας να μην παρουσιάζουν κανένα απολύτως πρόβλημα, μέχρι που θα παρουσιαστούν οι δυσκολίες της ζωής και οι αρχές αυτές θα τεθούν υπό αμφισβήτηση.
      Αλλά, από την άλλη πλευρά, αν δεν αμφισβητείτε σοβαρά την ορθότητα των αντιλήψεων στις οποίες βασίζεται η ζωή σας, σίγουρα κάνετε τη ζωή σας φτωχότερη, επειδή ακριβώς δεν αξιοποιείτε τις διανοητικές σας δυνάμεις. Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν ότι απαιτεί υπερβολικά μεγάλη προσπάθεια ή ότι φέρνει μεγάλη αναστάτωση η ενασχόληση με τέτοια θεμελιώδη ερωτήματα. Ίσως να είναι ευτυχισμένοι και βολεμένοι, μέσα στις προκαταλήψεις τους. Άλλοι όμως νιώθουν μεγάλη επιθυμία να δώσουν απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα και κάτι τέτοιο αποτελεί πρόκληση γι’ αυτούς».
Ν. Γουορμπάρτον, Φιλοσοφία, μετάφραση Β. Χατζοπούλου, Αθήνα 1999

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

    Η φιλοσοφία είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος σκέψης, είναι «σκέψη πάνω στην ίδια τη σκέψη». Πρόκειται δηλαδή, για μια πνευματική δραστηριότητα, που έχει ως σκοπό να κεντρίσει τη σκέψη μας, ώστε να διευρύνουμε τα όριά της και να την οδηγήσουμε σε διαφορετικά πεδία γνώσης γύρω από τον άνθρωπο και τον κόσμο.
«Φιλοσοφώ» σημαίνει αντικρίζω τα πάντα, τον εαυτό μου και τον κόσμο που με περιβάλλει, σαν να τα βλέπω για πρώτη φορά. «Φιλοσοφώ», με άλλα λόγια, σημαίνει αναρωτιέμαι για όλα αυτά που οι περισσότεροι θεωρούν ως κάτι δεδομένο, ήδη αποδεδειγμένο ή και αυτονόητο.

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ

1. Κείμενο από το σχολικό βιβλίο
       Το να κοιτάξουμε την καθημερινότητά μας με τη ματιά του παιδιού, που δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στο κοινωνικό σύνολο και γι’ αυτό ψάχνει ν’ ανακαλύψει από την αρχή τον εαυτό του και τον κόσμο του, είναι μια επίπονη πνευματική δραστηριότητα. Το δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσει η σκέψη μας, για να συλλάβει την ουσία των πραγμάτων δίδαξε ο Σωκράτης στις συζητήσεις, που άνοιγε στην αγορά.
     Ξεκινούσε πάντα με δεδομένο ότι η ανθρώπινη γνώση είναι ελάχιστη και ατελής, γιατί εξαρτάται από τις εντυπώσεις των αισθήσεων και από τις προκαταλήψεις που έχουν σωρευτεί από το παρελθόν. Πίστευε λοιπόν ότι ο σωστός τρόπος, για να διερευνηθεί ένα θέμα είναι να το προσεγγίσουμε απαλλαγμένοι από κάθε είδους προδιάθεση, σα να μην ξέρουμε τίποτε γι’ αυτό.
      Το «φιλοσοφείν», η φιλοσοφική στάση απέναντι στα πράγματα, ξεκινά με την «απορία» (α στερητικό + πόρος = πέρασμα), τη συνειδητοποίηση δηλαδή της άγνοιάς μας, που μας κάνει να αναρωτιόμαστε, που κεντρίζει παράλληλα τη σκέψη μας και μας ωθεί προς το δρόμο της γνώσης. Η φιλοσοφική απορία μοιάζει με ένα είδος «νοητικής κράμπας».
      Είναι η «πνευματική δυσφορία» που βιώνουμε, καθώς υποχρεωνόμαστε να αναρωτηθούμε για πράγματα που θεωρούσαμε γνωστά ή τα εκλαμβάναμε ως αυτονόητα. Ζώντας μέσα σε μια κρούστα βεβαιότητας, που προσφέρει ασφάλεια, σπάνια θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μας και οι περισσότεροι τις απαξιώνουμε με τη λέξη, «φιλοσοφίες!».
     Είναι σίγουρα επώδυνο για όλους μας να παραδεχτούμε την άγνοιά μας κι εξίσου επίπονη η προσπάθεια να φτάσουμε στη γνώση. Γι’ αυτό ο Σωκράτης παρομοίαζε τον πόνο που προκαλεί η αναζήτηση της γνώσης με τις ωδίνες ενός τοκετού και παραλλήλιζε τον εαυτό του  με μαία. Η μέθοδος που ακολουθούσε ονομάστηκε διαλεκτική, γιατί προσπαθούσε με τις κατάλληλες ερωτήσεις να  οδηγήσει τη σκέψη των συνομιλητών του σε πνευματικό αδιέξοδο, ώστε να παραδεχτούν την άγνοιά τους πάνω στο εξεταζόμενο θέμα.
      Σε τέτοιου είδους ερωτήματα, που αφορούν την ύπαρξη μας ή το περιεχόμενο για παράδειγμα των εννοιών «καλό» ή «κακό», μοιάζει να μην υπάρχει απάντηση κι αν επιμείνουμε, θα πρέπει να απομακρυνθούμε νοερά από τον εαυτό μας και να τον κοιτάξουμε από μακριά, σα να ήταν κάποιος άλλος.
     Τα φιλοσοφικά ερωτήματα χαρακτηρίζονται οριακά, έσχατα ή θεμελιώδη, γιατί φτάνουν εκεί, όπου νομίζουμε ότι βρίσκεται το έσχατο σημείο της γνώσης μας και μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που θεωρούσαμε ως το καταληκτικό όριο της σκέψης μας, στην πραγματικότητα είναι η αφετηρία μιας πνευματικής αναζήτησης σε άλλα βαθύτερα γνωσιολογικά πεδία.
     Στη φιλοσοφία, οι απαντήσεις έχουν μικρότερη σημασία από τις ερωτήσεις, γιατί τα φιλοσοφικά ερωτήματα, που είναι συνήθως αλλόκοτα κι απίστευτα, εκφράζουν τον προβληματισμό του ανθρώπου απέναντι στην ύπαρξή του και τα πράγματα, στοιχείο διαχρονικό. Οι φιλόσοφοι δηλαδή, θέτουν ερωτήματα, εκεί, όπου φαινομενικά δεν υπάρχει ερώτηση.
    Οι απαντήσεις σ’ αυτά αντίθετα, αποτελούν περιπτωσιακή κι όχι οριστική επίλυσή τους. Είναι προτάσεις-υποθέσεις, στηριγμένες στην προσωπική θεωρία κάθε φιλοσόφου. Σύμφωνα με τον Κάρλ Γιάσπερς, «φιλοσοφία θα πει να βρίσκεσαι καθ’ οδόν». Τα ερωτήματά της είναι ουσιαστικότερα από τις απαντήσεις της και κάθε απάντηση μετατρέπεται σε νέο ερώτημα». Εκτός από τους ειδικούς, που ασχολούνται συστηματικά με τη φιλοσοφία, κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος  έχει χρέος να ξεφεύγει από τις όποιες βεβαιότητες του έχουν επιβάλλει και να τολμά να αμφιβάλλει.
     Η αιτιολόγηση βασικών πεποιθήσεων, αρχών, αξιών, ακόμα κι επιστημονικών αξιωμάτων που έχουμε διδαχθεί και εμπιστευόμαστε    θεωρείται από τους φιλοσόφους κάτι απολύτως αναγκαίο. Αυτό συμβαίνει, γιατί η φιλοσοφική δραστηριότητα ξεκινά από την άποψη ότι οι αισθήσεις μας, αλλά και η λογική μας συχνά σφάλλουν, οπότε όλα όσα δεχόμαστε ως προφανή μπορούν κάποια στιγμή ν’ αλλάξουν.

     Στη φιλοσοφική διαδικασία, δεν είναι μόνο δική μας υποχρέωση να αιτιολογούμε τις βασικές μας πεποιθήσεις. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι φιλόσοφοι για τις θέσεις που υποστηρίζουν. Είναι ευνόητο ότι για να υιοθετήσουμε θέσεις τόσο παράδοξες ,όπως οι φιλοσοφικές, δεν αρκούν οι ισχυρισμοί, ή οι ιδέες των στοχαστών που τις υποστηρίζουν. Χρειαζόμαστε πρώτιστα πειστικές αποδείξεις για την εγκυρότητά τους, δηλαδή με επιχειρήματα που από λογική άποψη είναι αδιάσειστα.  

2. Φιλοσοφικό παράθεμα
     Οι απόψεις που προαναφέρθηκαν συγκλίνουν απόλυτα με όσα καταγράφονται στο φιλοσοφικό παράθεμα , το οποίο είναι απόσπασμα από το έργο του Ν. Γουορμπάρτον, με τίτλο «Φιλοσοφία». Σύμφωνα λοιπόν, με το συγγραφέα, η ζωή ενός ανθρώπου που δεν επεξεργάζεται τα όσα νιώθει και τα όσα κάνει, καθώς και τα όσα δίνει ή δέχεται από τους άλλους μοιάζει με αυτοκίνητο που δεν το πήγαμε ποτέ στο συνεργείο. Πιστεύουμε λοιπόν πως όλα είναι καλά, αφού το αυτοκίνητό μας λειτουργεί και συνεχίζουμε ανενόχλητοι μια ρηχή και επιφανειακή ζωή, χωρίς ποτέ να αναρωτηθούμε για όσα μας συμβαίνουν.
     Είναι σχεδόν σίγουρο ότι κάποια στιγμή , είτε σε μας, είτε σε δικούς μας ανθρώπους θα παρουσιαστούν δυσκολίες, τις οποίες θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Και τότε θα συνειδητοποιήσουμε έκπληκτοι ότι δεν ξέρουμε τον τρόπο να βοηθήσουμε, ούτε τον εαυτό μας, ούτε τους άλλους, αφού ποτέ δεν σκεφτήκαμε τίποτε πέρα από τα άμεσα καθημερινά  ζητήματα. Το χειρότερο όμως είναι ότι  χρειάζεται επειγόντως να επαναπροσδιορίσουμε τις  αρχές, στις οποίες έχουμε οικοδομήσει μια ολόκληρη ζωή, γιατί δεν μας εξυπηρετούν στη νέα πλέον πραγματικότητά μας.
       Πέρα από τα όσα σημειώθηκαν, ο Γουορμπάρτον κρίνει αναγκαίο  να τονίσει ότι οι ωφέλειες που προκύπτουν για το άτομο, όταν αμφισβητεί τις έτοιμες και κατασκευασμένες κοινωνικές αξίες ή ακόμη και τα προσωπικά του όρια είναι πολλές και σημαντικές. Πρωταρχικά αξιοποιεί στο έπακρο τις διανοητικές του δυνατότητες και διευρύνει τους ορίζοντές του, γεγονός, που του επιτρέπει να ζει ουσιαστικά και να απολαμβάνει πλήθος ηδονές.
    Δυστυχώς, οι άνθρωποι σε κάθε εποχή αποφεύγουν να ταράξουν την καθημερινή τους μακαριότητα και γιατί θα χρειαστεί να κοπιάσουν, πράγμα, που τους προκαλεί δυσφορία και γιατί φοβούνται το άγνωστο και ανοίκειο. Σε πολλές περιπτώσεις, οι προκαταλήψεις γεννούν ασφάλεια, που οι άνθρωποι την ονομάζουν «ευτυχία» και προστατεύουν από τις αναθυμιάσεις που προκαλούν η σήψη της δυστυχίας και το ψέμα της ανεπάρκειας.
    Υπάρχουν όμως και οι γενναίοι και οι δυνατοί , που θέτουν ερωτήματα και προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στον εαυτό τους και στους άλλους, γιατί αυτό αποτελεί πρόκληση γι’ αυτούς, γιατί αυτό σημαίνει ζωή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
    Ανακεφαλαιώνοντας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όπως θα έλεγε και ο Σωκράτης, ο ανεξέταστος βίος δεν είναι βιωτός. Αυτό σημαίνει ότι αξίζει τον κόπο να αναρωτηθούμε για πρώτη φορά στη ζωή μας για όσα θεωρούσαμε μέχρι χθες ως ακλόνητες βεβαιότητες. Με τη ματιά του παιδιού και την κρίση της προηγμένης εποχής μας, μπορούμε να τολμήσουμε να αναρωτηθούμε, να αμφισβητήσουμε ακόμη και μας τους ίδιους. Ξεκινώντας από το τι και το γιατί, ίσως δε χρειαστεί να πανικοβληθούμε, όταν θα αντιμετωπίσουμε τον πόνο και την αποτυχία. Μπορούμε τουλάχιστον να μάθουμε τον τρόπο να είμαστε πρωταγωνιστές στη ζωή μας. Ένας άγνωστος κόσμος, εκεί έξω μας περιμένει να τον γνωρίσουμε!

Β. Μέθοδος παράθεσης: Αρχικά, σχολιάζουμε το φιλοσοφικό παράθεμα και στη συνέχεια παραθέτουμε  το κείμενο του σχολικού βιβλίου

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
      Η φιλοσοφία είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος σκέψης, είναι «σκέψη πάνω στην ίδια τη σκέψη». Πρόκειται δηλαδή, για μια πνευματική δραστηριότητα, που έχει ως σκοπό να κεντρίσει τη σκέψη μας, ώστε να διευρύνουμε τα όριά της και να την οδηγήσουμε σε διαφορετικά πεδία γνώσης γύρω από τον άνθρωπο και τον κόσμο.«Φιλοσοφώ» σημαίνει αντικρίζω τα πάντα, τον εαυτό μου και τον κόσμο που με περιβάλλει, σαν να τα βλέπω για πρώτη φορά. «Φιλοσοφώ», με άλλα λόγια, σημαίνει αναρωτιέμαι για όλα αυτά που οι περισσότεροι θεωρούν ως κάτι δεδομένο, ήδη αποδεδειγμένο ή και αυτονόητο.

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ
1. Φιλοσοφικό παράθεμα
     Σύμφωνα με τις  απόψεις που καταγράφονται στο φιλοσοφικό παράθεμα , (απόσπασμα από το έργο του Ν. Γουορμπάρτον, «Φιλοσοφία») , η ζωή ενός ανθρώπου που δεν επεξεργάζεται τα όσα νιώθει και τα όσα κάνει, καθώς και τα όσα δίνει ή δέχεται από τους άλλους μοιάζει με αυτοκίνητο που δεν το πήγαμε ποτέ στο συνεργείο. Πιστεύουμε λοιπόν πως όλα είναι καλά, αφού το αυτοκίνητό μας λειτουργεί και συνεχίζουμε ανενόχλητοι μια ρηχή και επιφανειακή ζωή, χωρίς ποτέ να αναρωτηθούμε για όσα μας συμβαίνουν.
     Είναι σχεδόν σίγουρο ότι κάποια στιγμή , είτε σε μας, είτε σε δικούς μας ανθρώπους θα παρουσιαστούν δυσκολίες, τις οποίες θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Και τότε θα συνειδητοποιήσουμε έκπληκτοι ότι δεν ξέρουμε τον τρόπο να βοηθήσουμε, ούτε τον εαυτό μας, ούτε τους άλλους, αφού ποτέ δεν σκεφτήκαμε τίποτε πέρα από τα άμεσα καθημερινά ζητήματα. Το χειρότερο όμως είναι ότι χρειάζεται επειγόντως να επαναπροσδιορίσουμε τις  αρχές, στις οποίες έχουμε οικοδομήσει μια ολόκληρη ζωή, γιατί δεν μας εξυπηρετούν στη νέα πλέον πραγματικότητά μας.
      Πέρα από τα όσα σημειώθηκαν, ο Γουορμπάρτον κρίνει αναγκαίο να τονίσει ότι οι ωφέλειες που προκύπτουν για το άτομο, όταν αμφισβητεί τις
έτοιμες και κατασκευασμένες κοινωνικές αξίες ή ακόμη και τα προσωπικά του όρια είναι πολλές και σημαντικές. Πρωταρχικά αξιοποιεί στο έπακρο τις διανοητικές του δυνατότητες και διευρύνει τους ορίζοντές του, γεγονός, που του επιτρέπει να ζει ουσιαστικά και να απολαμβάνει πλήθος ηδονές.
Δυστυχώς, οι άνθρωποι σε κάθε εποχή αποφεύγουν να ταράξουν την καθημερινή τους μακαριότητα και γιατί θα χρειαστεί να κοπιάσουν, πράγμα, που τους προκαλεί δυσφορία και γιατί φοβούνται το άγνωστο και ανοίκειο. Σε πολλές περιπτώσεις, οι προκαταλήψεις γεννούν ασφάλεια, που οι άνθρωποι την ονομάζουν «ευτυχία» και προστατεύουν από τις αναθυμιάσεις που προκαλούν η σήψη της δυστυχίας και το ψέμα της ανεπάρκειας.
     Υπάρχουν όμως και οι γενναίοι και οι δυνατοί , που θέτουν ερωτήματα και προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στον εαυτό τους και στους άλλους, γιατί αυτό αποτελεί πρόκληση γι’ αυτούς, γιατί αυτό σημαίνει ζωή.

2.Κείμενο από το σχολικό βιβλίο
    Δυστυχώς αυτοί οι γενναίοι και δυνατοί είναι λιγοστοί , ειδικά στην εποχή μας, γιατί το να κοιτάξουμε την καθημερινότητά μας με τη ματιά του παιδιού, που δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στο κοινωνικό σύνολο και γι’ αυτό ψάχνει ν’ ανακαλύψει από την αρχή τον εαυτό του και τον κόσμο του, είναι μια επίπονη πνευματική δραστηριότητα. Το δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσει η σκέψη μας, για να συλλάβει την ουσία των πραγμάτων δίδαξε ο Σωκράτης στις συζητήσεις, που άνοιγε στην αγορά.
     Ξεκινούσε πάντα με δεδομένο ότι η ανθρώπινη γνώση είναι ελάχιστη και ατελής, γιατί εξαρτάται από τις εντυπώσεις των αισθήσεων και από τις προκαταλήψεις που έχουν σωρευτεί από το παρελθόν. Πίστευε λοιπόν ότι ο σωστός τρόπος, για να διερευνηθεί ένα θέμα είναι να το προσεγγίσουμε απαλλαγμένοι από κάθε είδους προδιάθεση, σα να μην ξέρουμε τίποτε γι’ αυτό.
Το «φιλοσοφείν», η φιλοσοφική στάση απέναντι στα πράγματα, ξεκινά με την «απορία» (α στερητικό + πόρος = πέρασμα), τη συνειδητοποίηση δηλαδή της άγνοιάς μας, που μας κάνει να αναρωτιόμαστε, που κεντρίζει παράλληλα τη σκέψη μας και μας ωθεί προς το δρόμο της γνώσης. Η φιλοσοφική απορία μοιάζει με ένα είδος «νοητικής κράμπας».
       Είναι η «πνευματική δυσφορία» που βιώνουμε, καθώς υποχρεωνόμαστε να αναρωτηθούμε για πράγματα που θεωρούσαμε γνωστά ή τα εκλαμβάναμε ως αυτονόητα. Ζώντας μέσα σε μια κρούστα βεβαιότητας, που προσφέρει ασφάλεια, σπάνια θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μας και οι περισσότεροι τις απαξιώνουμε με τη λέξη, «φιλοσοφίες!».
     Είναι σίγουρα επώδυνο για όλους μας να παραδεχτούμε την άγνοιά μας κι εξίσου επίπονη η προσπάθεια να φτάσουμε στη γνώση. Γι’ αυτό ο Σωκράτης παρομοίαζε τον πόνο που προκαλεί η αναζήτηση της γνώσης με τις ωδίνες ενός τοκετού και παραλλήλιζε τον εαυτό του  με μαία. Η μέθοδος που ακολουθούσε ονομάστηκε διαλεκτική, γιατί προσπαθούσε με τις κατάλληλες ερωτήσεις να οδηγήσει τη σκέψη των συνομιλητών του σε πνευματικό αδιέξοδο, ώστε να παραδεχτούν την άγνοιά τους πάνω στο εξεταζόμενο θέμα.
     Σε τέτοιου είδους ερωτήματα, που αφορούν την ύπαρξη μας ή το περιεχόμενο για παράδειγμα των εννοιών «καλό» ή «κακό», μοιάζει να μην υπάρχει απάντηση κι αν επιμείνουμε, θα πρέπει να απομακρυνθούμε νοερά από τον εαυτό μας και να τον κοιτάξουμε από μακριά, σα να ήταν κάποιος άλλος.
     Τα φιλοσοφικά ερωτήματα χαρακτηρίζονται οριακά, έσχατα ή θεμελιώδη, γιατί φτάνουν εκεί, όπου νομίζουμε ότι βρίσκεται το έσχατο σημείο της γνώσης μας και μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που θεωρούσαμε ως το καταληκτικό όριο της σκέψης μας, στην πραγματικότητα είναι η αφετηρία μιας πνευματικής αναζήτησης σε άλλα βαθύτερα γνωσιολογικά πεδία.
Στη φιλοσοφία, οι απαντήσεις έχουν μικρότερη σημασία από τις ερωτήσεις, γιατί τα φιλοσοφικά ερωτήματα, που είναι συνήθως αλλόκοτα κι απίστευτα, εκφράζουν τον προβληματισμό του ανθρώπου απέναντι στην ύπαρξή του και τα πράγματα, στοιχείο διαχρονικό. Οι φιλόσοφοι δηλαδή, θέτουν ερωτήματα, εκεί, όπου φαινομενικά δεν υπάρχει ερώτηση.
    Οι απαντήσεις σ’ αυτά αντίθετα, αποτελούν περιπτωσιακή κι όχι οριστική επίλυσή τους. Είναι προτάσεις-υποθέσεις, στηριγμένες στην προσωπική θεωρία κάθε φιλοσόφου. Σύμφωνα με τον Κάρλ Γιάσπερς, «φιλοσοφία θα πει να βρίσκεσαι καθ’ οδόν». Τα ερωτήματά της είναι ουσιαστικότερα από τις απαντήσεις της και κάθε απάντηση μετατρέπεται σε νέο ερώτημα». Εκτός από τους ειδικούς, που ασχολούνται συστηματικά με τη φιλοσοφία, κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος  έχει χρέος να ξεφεύγει από τις όποιες βεβαιότητες του έχουν επιβάλλει και να τολμά να αμφιβάλλει.
     Η αιτιολόγηση βασικών πεποιθήσεων, αρχών, αξιών, ακόμα κι επιστημονικών αξιωμάτων που έχουμε διδαχθεί και εμπιστευόμαστε θεωρείται από τους φιλοσόφους κάτι απολύτως αναγκαίο. Αυτό συμβαίνει, γιατί η φιλοσοφική δραστηριότητα ξεκινά από την άποψη ότι οι αισθήσεις μας, αλλά και η λογική μας συχνά σφάλλουν, οπότε όλα όσα δεχόμαστε ως προφανή μπορούν κάποια στιγμή ν’ αλλάξουν.
    Στη φιλοσοφική διαδικασία, δεν είναι μόνο δική μας υποχρέωση να αιτιολογούμε τις βασικές μας πεποιθήσεις. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι φιλόσοφοι για τις θέσεις που υποστηρίζουν. Είναι ευνόητο ότι για να υιοθετήσουμε θέσεις τόσο παράδοξες ,όπως οι φιλοσοφικές, δεν αρκούν οι ισχυρισμοί, ή οι ιδέες των στοχαστών που τις υποστηρίζουν. Χρειαζόμαστε πρώτιστα πειστικές αποδείξεις για την εγκυρότητά τους, δηλαδή επιχειρήματα που από λογική άποψη είναι αδιάσειστα. Ιδιαίτερη σημασία έχει λοιπόν, η λογική που γυμνάζει τη σκέψη μας και την καθιστά ικανότερη να αντιπαλέψει με τα εμπόδια εξωτερικά ή εσωτερικά, που μας θολώνουν τη θέαση του εαυτού μας ,αλλά και του κόσμου γενικότερα.

 ΕΠΙΛΟΓΟΣ

       Ανακεφαλαιώνοντας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όπως θα έλεγε και ο Σωκράτης, ο ανεξέταστος βίος δεν είναι βιωτός. Αυτό σημαίνει ότι αξίζει τον κόπο να αναρωτηθούμε για πρώτη φορά στη ζωή μας για όσα θεωρούσαμε μέχρι χθες ως ακλόνητες βεβαιότητες. Με τη ματιά του παιδιού και την κρίση της προηγμένης εποχής μας, μπορούμε να τολμήσουμε να αναρωτηθούμε, να αμφισβητήσουμε ακόμη και μας τους ίδιους. Ξεκινώντας από το τι και το γιατί, ίσως δε χρειαστεί να πανικοβληθούμε, όταν θα αντιμετωπίσουμε τον πόνο και την αποτυχία. Μπορούμε τουλάχιστον να μάθουμε τον τρόπο να είμαστε πρωταγωνιστές στη ζωή μας. Ένας άγνωστος κόσμος, εκεί έξω μας περιμένει να τον γνωρίσουμε!

Γ. Μέθοδος σύνθεσης: Σχολιάζουμε παράλληλα το κείμενο του σχολικού βιβλίου με τα στοιχεία του φιλοσοφικού παραθέματος.

ΠΡΟΛΟΓΟΣ
      Η φιλοσοφία είναι ένας ιδιαίτερος τρόπος σκέψης, είναι «σκέψη πάνω στην ίδια τη σκέψη». Πρόκειται δηλαδή, για μια πνευματική δραστηριότητα, που έχει ως σκοπό να κεντρίσει τη σκέψη μας, ώστε να διευρύνουμε τα όριά της και να την οδηγήσουμε σε διαφορετικά πεδία γνώσης γύρω από τον άνθρωπο και τον κόσμο.«Φιλοσοφώ» σημαίνει αντικρίζω τα πάντα, τον εαυτό μου και τον κόσμο που με περιβάλλει, σαν να τα βλέπω για πρώτη φορά. «Φιλοσοφώ», με άλλα λόγια, σημαίνει αναρωτιέμαι για όλα αυτά που οι περισσότεροι θεωρούν ως κάτι δεδομένο, ήδη αποδεδειγμένο ή και αυτονόητο.

ΚΥΡΙΩΣ ΘΕΜΑ
        Το να κοιτάξουμε την καθημερινότητά μας με τη ματιά του παιδιού, που δεν έχει ακόμη ενσωματωθεί στο κοινωνικό σύνολο και γι’ αυτό ψάχνει ν’ ανακαλύψει από την αρχή τον εαυτό του και τον κόσμο του, είναι μια επίπονη πνευματική δραστηριότητα. Το δρόμο που πρέπει ν’ ακολουθήσει η σκέψη μας, για να συλλάβει την ουσία των πραγμάτων δίδαξε ο Σωκράτης στις συζητήσεις, που άνοιγε στην αγορά.
     Ξεκινούσε πάντα με δεδομένο ότι η ανθρώπινη γνώση είναι ελάχιστη και ατελής, γιατί εξαρτάται από τις εντυπώσεις των αισθήσεων και από τις προκαταλήψεις που έχουν σωρευτεί από το παρελθόν. Πίστευε λοιπόν ότι ο σωστός τρόπος, για να διερευνηθεί ένα θέμα είναι να το προσεγγίσουμε απαλλαγμένοι από κάθε είδους προδιάθεση, σα να μην ξέρουμε τίποτε γι’ αυτό.
    Το «φιλοσοφείν», η φιλοσοφική στάση απέναντι στα πράγματα, ξεκινά με την «απορία» (α στερητικό + πόρος = πέρασμα), τη συνειδητοποίηση δηλαδή της άγνοιάς μας, που μας κάνει να αναρωτιόμαστε, που κεντρίζει παράλληλα τη σκέψη μας και μας ωθεί προς το δρόμο της γνώσης. Η φιλοσοφική απορία μοιάζει με ένα είδος «νοητικής κράμπας».
     Είναι η «πνευματική δυσφορία» που βιώνουμε, καθώς υποχρεωνόμαστε να αναρωτηθούμε για πράγματα που θεωρούσαμε γνωστά ή τα εκλαμβάναμε ως αυτονόητα. Ζώντας μέσα σε μια κρούστα βεβαιότητας, που προσφέρει ασφάλεια, σπάνια θέτουμε τέτοιες ερωτήσεις στον εαυτό μας και οι περισσότεροι τις απαξιώνουμε με τη λέξη, «φιλοσοφίες!».

         Πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα που χρησιμοποιεί ο συγγραφέας του παραθέματος για όλους εμάς, που αποφεύγουμε με πάθος τον πνευματικό κάματο. Σύμφωνα λοιπόν, με τον Γουορμπάρτον, στο βιβλίο του «Φιλοσοφία», ο άνθρωπος που δεν επεξεργάζεται τα όσα νιώθει και τα όσα κάνει, καθώς και τα όσα δίνει ή δέχεται από τους άλλους μοιάζει με αυτοκίνητο που δεν το πήγαμε ποτέ στο συνεργείο.
      Πιστεύουμε λοιπόν πως όλα είναι καλά, αφού το αυτοκίνητό μας λειτουργεί και συνεχίζουμε ανενόχλητοι μια ρηχή και επιφανειακή ζωή, χωρίς ποτέ να αναρωτηθούμε για όσα μας συμβαίνουν.
     Είναι σίγουρα επώδυνο για όλους μας να παραδεχτούμε την άγνοιά μας κι εξίσου επίπονη η προσπάθεια να φτάσουμε στη γνώση. Γι’ αυτό ο Σωκράτης παρομοίαζε τον πόνο που προκαλεί η αναζήτηση της γνώσης με τις ωδίνες ενός τοκετού και παραλλήλιζε τον εαυτό του  με μαία. Η μέθοδος που ακολουθούσε ονομάστηκε διαλεκτική, γιατί προσπαθούσε με τις κατάλληλες ερωτήσεις να  οδηγήσει τη σκέψη των συνομιλητών του σε πνευματικό αδιέξοδο, ώστε να παραδεχτούν την άγνοιά τους πάνω στο εξεταζόμενο θέμα.
       Είναι σχεδόν σίγουρο, διαβάζουμε σε κάποιο άλλο σημείο του παραθέματος («Κατ’ αναλογία, μπορεί οι αρχές στις οποίες στηρίζεται η ζωή του καθένα μας να μην παρουσιάζουν κανένα απολύτως πρόβλημα, μέχρι που θα παρουσιαστούν οι δυσκολίες της ζωής και οι αρχές αυτές θα τεθούν υπό αμφισβήτηση»), ότι κάποια στιγμή , όλοι μας, αργά ή γρήγορα θα αναγκαστούμε να παραδεχτούμε την άγνοιά μας και να πληρώσουμε τις συνέπειες της ανευθυνότητάς μας. Αυτό θα συμβεί, όταν, είτε σε μας, είτε σε δικούς μας ανθρώπους παρουσιαστούν δυσκολίες, τις οποίες θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε. Και τότε θα συνειδητοποιήσουμε έκπληκτοι ότι δεν ξέρουμε τον τρόπο να βοηθήσουμε, ούτε τον εαυτό μας, ούτε τους άλλους, αφού ποτέ δεν σκεφτήκαμε τίποτε πέρα από τα άμεσα καθημερινά ζητήματα.
      Σε τέτοιου είδους ερωτήματα, που αφορούν την ύπαρξη μας ή το περιεχόμενο για παράδειγμα των εννοιών «καλό» ή «κακό», μοιάζει να μην υπάρχει απάντηση κι αν επιμείνουμε, θα πρέπει να απομακρυνθούμε νοερά από τον εαυτό μας και να τον κοιτάξουμε από μακριά, σα να ήταν κάποιος άλλος.
     Τα φιλοσοφικά ερωτήματα χαρακτηρίζονται οριακά, έσχατα ή θεμελιώδη, γιατί φτάνουν εκεί, όπου νομίζουμε ότι βρίσκεται το έσχατο σημείο της γνώσης μας και μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που θεωρούσαμε ως το καταληκτικό όριο της σκέψης μας, στην πραγματικότητα είναι η αφετηρία μιας πνευματικής αναζήτησης σε άλλα βαθύτερα γνωσιολογικά πεδία.
     Στη φιλοσοφία, οι απαντήσεις έχουν μικρότερη σημασία από τις ερωτήσεις, γιατί τα φιλοσοφικά ερωτήματα, που είναι συνήθως αλλόκοτα κι απίστευτα, εκφράζουν τον προβληματισμό του ανθρώπου απέναντι στην ύπαρξή του και τα πράγματα, στοιχείο διαχρονικό. Οι φιλόσοφοι δηλαδή, θέτουν ερωτήματα, εκεί, όπου φαινομενικά δεν υπάρχει ερώτηση.

         Οι απαντήσεις σ’ αυτά αντίθετα, αποτελούν περιπτωσιακή κι όχι οριστική επίλυσή τους. Είναι προτάσεις-υποθέσεις, στηριγμένες στην προσωπική θεωρία κάθε φιλοσόφου. Σύμφωνα με τον Κάρλ Γιάσπερς, «φιλοσοφία θα πει να βρίσκεσαι καθ’ οδόν». Τα ερωτήματά της είναι ουσιαστικότερα από τις απαντήσεις της και κάθε απάντηση μετατρέπεται σε νέο ερώτημα». Εκτός από τους ειδικούς, που ασχολούνται συστηματικά με τη φιλοσοφία, κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος  έχει χρέος να ξεφεύγει από τις όποιες βεβαιότητες του έχουν επιβάλλει και να τολμά να αμφιβάλλει.
     Η χειρότερη όμως στιγμή για τον άνθρωπο είναι όταν χρειάζεται επειγόντως να επαναπροσδιορίσει τις αρχές , στις οποίες έχει οικοδομήσει μια ολόκληρη ζωή, γιατί δεν τον εξυπηρετούν στη νέα πλέον πραγματικότητά του («…μέχρι που θα παρουσιαστούν οι δυσκολίες της ζωής και οι αρχές αυτές θα τεθούν υπό αμφισβήτηση»).
      Η αιτιολόγηση βασικών πεποιθήσεων, αρχών, αξιών, ακόμα κι επιστημονικών αξιωμάτων που έχουμε διδαχθεί και εμπιστευόμαστε
θεωρείται από τους φιλοσόφους κάτι απολύτως αναγκαίο. Αυτό συμβαίνει, γιατί η φιλοσοφική δραστηριότητα ξεκινά από την άποψη ότι οι αισθήσεις μας, αλλά και η λογική μας συχνά σφάλλουν, οπότε όλα όσα δεχόμαστε ως προφανή μπορούν κάποια στιγμή ν’ αλλάξουν.
     Στη φιλοσοφική διαδικασία, δεν είναι μόνο δική μας υποχρέωση να αιτιολογούμε τις βασικές μας πεποιθήσεις. Την ίδια υποχρέωση έχουν και οι φιλόσοφοι για τις θέσεις που υποστηρίζουν. Είναι ευνόητο ότι για να υιοθετήσουμε θέσεις τόσο παράδοξες ,όπως οι φιλοσοφικές, δεν αρκούν οι ισχυρισμοί, ή οι ιδέες των στοχαστών που τις υποστηρίζουν. Χρειαζόμαστε πρώτιστα πειστικές αποδείξεις για την εγκυρότητά τους, δηλαδή με επιχειρήματα που από λογική άποψη είναι αδιάσειστα.
     Πέρα από τα όσα σημειώθηκαν, ο Γουορμπάρτον κρίνει αναγκαίο  να τονίσει ότι οι ωφέλειες που προκύπτουν για το άτομο, όταν αμφισβητεί τις έτοιμες και κατασκευασμένες κοινωνικές αξίες ή ακόμη και τα προσωπικά του όρια είναι πολλές και σημαντικές. Πρωταρχικά αξιοποιεί στο έπακρο τις διανοητικές του δυνατότητες και διευρύνει τους ορίζοντές του, γεγονός, που του επιτρέπει να ζει ουσιαστικά και να απολαμβάνει πλήθος ηδονές («αν δεν αμφισβητείτε σοβαρά την ορθότητα των αντιλήψεων στις οποίες βασίζεται η ζωή σας, σίγουρα κάνετε τη ζωή σας φτωχότερη, επειδή ακριβώς δεν αξιοποιείτε τις διανοητικές σας δυνάμεις»).
     Δυστυχώς, οι άνθρωποι σε κάθε εποχή αποφεύγουν να ταράξουν την καθημερινή τους μακαριότητα και γιατί θα χρειαστεί να κοπιάσουν, πράγμα, που τους προκαλεί δυσφορία και γιατί φοβούνται το άγνωστο και ανοίκειο («Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν ότι απαιτεί υπερβολικά μεγάλη προσπάθεια ή ότι φέρνει μεγάλη αναστάτωση η ενασχόληση με τέτοια θεμελιώδη ερωτήματα»).
     Σε πολλές περιπτώσεις, οι προκαταλήψεις γεννούν ασφάλεια, που οι άνθρωποι την ονομάζουν «ευτυχία» και προστατεύουν από τις αναθυμιάσεις που προκαλούν η σήψη της δυστυχίας και το ψέμα της ανεπάρκειας («Ίσως να είναι ευτυχισμένοι και βολεμένοι, μέσα στις προκαταλήψεις τους»).
Υπάρχουν όμως και οι γενναίοι και οι δυνατοί , που θέτουν ερωτήματα και προσπαθούν να δώσουν απαντήσεις στον εαυτό τους και στους άλλους, γιατί αυτό αποτελεί πρόκληση γι’ αυτούς, γιατί αυτό σημαίνει ζωή («Άλλοι όμως νιώθουν μεγάλη επιθυμία να δώσουν απαντήσεις στα φιλοσοφικά ερωτήματα και κάτι τέτοιο αποτελεί πρόκληση γι’ αυτούς»).

ΕΠΙΛΟΓΟΣ
        Ανακεφαλαιώνοντας, πρέπει να παρατηρήσουμε ότι, όπως θα έλεγε και ο Σωκράτης, ο ανεξέταστος βίος δεν είναι βιωτός. Αυτό σημαίνει ότι αξίζει τον κόπο να αναρωτηθούμε για πρώτη φορά στη ζωή μας για όσα θεωρούσαμε μέχρι χθες ως ακλόνητες βεβαιότητες. Με τη ματιά του παιδιού και την κρίση της προηγμένης εποχής μας, μπορούμε να τολμήσουμε να αναρωτηθούμε, να αμφισβητήσουμε ακόμη και μας τους ίδιους. Ξεκινώντας από το τι και το γιατί, ίσως δε χρειαστεί να πανικοβληθούμε, όταν θα αντιμετωπίσουμε τον πόνο και την αποτυχία. Μπορούμε τουλάχιστον να μάθουμε τον τρόπο να είμαστε πρωταγωνιστές στη ζωή μας. Ένας άγνωστος κόσμος, εκεί έξω μας περιμένει να τον γνωρίσουμε!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου