"Ανάμεσα στις επιθυμίες και στις ηδονές, υπάρχουν κάποιες παράνομες.Σε μερικούς περιστέλλονται από τους νόμους και από άλλες καλύτερες επιθυμίες, με την επικουρία του λογικού.Έτσι, ή φεύγουν εντελώς ή όσες μένουν είναι λίγες και αδύνατες. Σε άλλους όμως είναι δυνατότερες και περισσότερες..."
Πλάτωνος Πολιτεία

Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2011

Υπαρξισμός και Απαισιοδοξία

       Η Σιμόν ντε Μποβουάρ δίνει με πολύ λίγα λόγια ένα εξαιρετικό παράδειγμα αρνητικής στάσης απέναντι στη ζωή. Η αρνητική στάση ζωής είναι ευρύτατα διαδεδομένη στις μέρες μας.
Η απαισιοδοξία, ο πεσιμισμός, από το λατινικό pessimus (το χειρότερο), είναι μια κατάσταση πνεύματος, υπό την επήρεια της οποίας αντιλαμβανόμαστε αρνητικά τη ζωή, την ίδια την πραγματικότητα.
       Αυτό σημαίνει ότι απαξιώνουμε την πραγματικότητα, όπως έκανε ο πιο διάσημος απαισιόδοξος στοχαστής, Άρθουρ Σοπενάουερ. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ εκφράζει στην εντέλεια αυτό που περιγράφω, σε ένα απόσπασμα του Pyrrhus and Cineas όπου γράφει: “Μάταια κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη και λέω την ιστορία μου, αλλά δεν μπορώ να συλλάβω τον εαυτό μου ως ολότητα, αυτό που βιώνω είναι το κενό που είναι ο εαυτός μου, αισθάνομαι ότι δεν είμαι”.
        Στην αυτοβιογραφία της, The Prime of Life, η Σιμόν περιγράφει όμορφα ένα τσακωμό με τον Σαρτρ, στο Λονδίνο, το Πάσχα του 1933, πάνω στις διαφορετικές οπτικές τους πάνω στην πραγματικότητα. Η ίδια υποστήριζε ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από όλα όσα μπορούμε να πούμε γι’ αυτή και ότι καλά θα κάναμε, αντί να την περιορίζουμε σε σύμβολα, να την αντιμετωπίσουμε έτσι όπως είναι, γεμάτη αμφιβολίες και σύγχυση, παράξενη και απροσδιόριστη.
        Ο Σαρτρ της απάντησε ότι όποιος ήθελε, όπως οι δυο τους, να τακτοποιήσει τον κόσμο σε κάποιο προσωπικό σχήμα, θα πρέπει να κάνει κάτι παραπάνω από το να παρατηρεί και να αντιδρά. Θα χρειαστεί να “πιάσει” τη σημασία των φαινομένων και να βρει τις κατάλληλες λέξεις για να τη γράψει. Όπως γράφει με χιούμορ στη συνέχεια, “... αυτό που έκανε σκέτη βλακεία τη διαφωνία μας ήταν το γεγονός ότι ο Σαρτρ, ύστερα από 12 μέρες επίσκεψη, ήταν ανίκανος να κατανοήσει το Λονδίνο και όποτε έδινε ένα ρεζουμέ αυτής της πόλης, παρέλειπε πολλές σημαντικές πλευρές της και δεν είχε καθόλου κάποια ολική εικόνα της πόλης”. Καταλήγει λοιπόν στο συμπέρασμα ότι ο Σαρτρ έκανε λάθος.
       Η θέση που εκφράζει η Σιμόν είναι καθαρός Υπαρξισμός, ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από την ικανότητά μας να την πιάσουμε. Ο Σαρτρ ήταν αρχι-Υπαρξιστής, οπότε η διαφωνία τους μοιάζει περίεργη. Η θέση της Σιμόν, ότι η πραγματικότητα εκτείνεται πέρα από όλα όσα θα μπορούσαμε να πούμε γι’ αυτή, δεν σημαίνει ότι θα έπρεπε να ξαπλώσουμε ανάσκελα και να αναστενάζουμε και να καταριόμαστε την τύχη μας, ούτε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε κάθε προσπάθεια να μιλήσουμε και να γράψουμε γι’ αυτή. Αλλά ούτε η θέση του Σαρτρ, ότι θα έπρεπε να ψάξουμε για τη σημασία των φαινομένων και να προσπαθήσουμε να τα προσδιορίσουμε με λέξεις, αναιρεί τη θέση της, ότι η πραγματικότητα είναι πάρα πολύ μεγάλη για να τη συλλάβουμε ως ολότητα.

        Υπάρχει όμως αρνητικότητα και στις δύο θέσεις. Η Σιμόν, μπροστά στον καθρέφτη, αισθάνεται ότι το νόημα της ζωής της είναι ψευδαίσθηση, ο Σαρτρ πιστεύει ότι πρέπει να κάνει την προσπάθεια να βρει λέξεις για να καθορίσει την πραγματικότητα, αλλά αισθάνεται ότι αυτό που κάνει είναι κάτι σαν θυσία, μια μικρή βαρκούλα μέσα στον ωκεανό της ασημαντότητας που θα μας καταπιεί όλους.
       O σκοπός της συνειδητότητας είναι να ρίχνει άπλετο φως στον αντικειμενικό κόσμο, στην πραγματικότητα. Όποτε είμαστε χαρούμενοι, γεμάτοι ενέργεια και αισιόδοξοι, όλα όσα κοιτάμε, φαίνονται πολύ ενδιαφέροντα. Όλα καθίστανται αδιάφορα, μαραμένα, ανιαρά, όταν είμαστε κουρασμένοι ή κακοδιάθετοι. Σε περιπτώσεις μάλιστα εξάντλησης ή κατάθλιψης (και αυτά τα δύο μοιάζουν), η ίδια η ζωή μοιάζει μάταιη.
         Η Σιμόν δεν μπορεί να συλλάβει, να πιάσει, τον εαυτό της ως ολότητα, ως κάτι διαφορετικό από το κενό που υπάρχει μέσα της, αλλά ξέρουμε καλά ότι σε στιγμές χαράς, πληρότητας και αισιοδοξίας, μπορούμε να πιάσουμε τον εαυτό μας ως ολότητα, ως κάτι ολοζώντανο που θα πιάσει τη ζωή από τα μαλλιά και θα την πιεί με το κουταλάκι...
       Ο Μάσλοου μίλαγε περί εκστατικής εμπειρίας, ο Γκουρτζίεφ μιλούσε για αυτο-ενθύμιση, ανάμνηση του εαυτού, ο Χούσερλ έλεγε ότι η συνειδητότητα είναι σαν ένα βέλος που εκσφενδονίζεται με ορμή και καρφώνεται στον στόχο. Μου φαίνεται ότι οι υπεραπαισιόδοξοι Σαρτρ και Μποβουάρ κάνουν λάθος όταν προσπαθούν να μας περάσουν τη δική τους “κενή συνειδητότητα” ως τη συνηθισμένη, την κοινή ανθρώπινη συνειδητότητα. Απλά γενικεύουν τη δική τους απαισιοδοξία.
       Το βέλος που εκτοξεύει η συνειδητότητα ενός ανθρώπου με αρνητική στάση απέναντι στη ζωή εκτοξεύεταιαπό ένα μη-καλά τεντωμένο τόξο και δεν βρίσκει στόχο, πέφτει αδύναμα στα πόδια του τοξότη. Αν η συνειδητότητα είναι φως, τότε το βέλος της αντιληπτικότητας που πέφτει στα πόδια του τοξότη, δεν φωτίζει καλά την πραγματικότητα, την αφήνει στο μισοσκόταδο. Θα μπορούσαμε να πούμε εδώ ότι το θέμα της απαισιοδοξίας είναι θέμα οπτικής γωνίας, για παράδειγμα το μισοάδειο ή μισογεμάτο ποτήρι.

        Οι πρώτοι Ρομαντικοί ένιωσαν ότι οι στιγμές έκστασης μας επιτρέπουν να ρίξουμε μια σύντομη, κλεφτή θα’ λεγα, ματιά σε κάποιο βαθύτερο νόημα, κάτω και πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων, αλλά γύρω στο 1890, οι Ρομαντικοί έπεσαν στη βαθύτερη μελαγχολία, στην αυτο-λύπηση, αυτοκτονούσαν ή παραφρονούσαν.
        Είχαν στιγμές έκλαμψης, όπου έβλεπαν το νόημα της ζωής και αισθάνονταν απερίγραπτη χαρά, αλλά αυτές οι στιγμές δεν είχαν διάρκεια και σύντομα ξέπεφταν σε αυτό που ο Χάιντεγκερ όμορφα ονόμασε ασημαντότητα της καθημερινότητας και το οποίο είναι συνώνυμο της αρνητικότητας. Όταν η αντίληψή μας, που στην πραγματικότητα είναι ένας δυνατός προβολέας, δουλεύει μηχανικά, αυτόματα, χωρίς ενδιαφέρον, γιατί το ενδιαφέρον φορτίζει τον προβολέα, μετατρέπεται σε φλόγα κεριού που δυσκολεύεται να φωτίσει πέρα από τα τρία μέτρα και η πραγματικότητα που αντιλαμβανόμαστε είναι σκοτεινή και θολή, μαύρη και άραχνη.
       Ο Χάιντεγκερ, πίστευε ότι ο άνθρωπος γνωρίζει πραγματικά τον εαυτό του μόνο όταν αντιμετωπίζει το θάνατο ή μια μεγάλη συμφορά. Η ασημαντότητα της καθημερινότητας πλημμυρίζει τη ζωή μας και ακόμα και οι πιο έξυπνοι από μας βυθίζονται μέσα της ως τη στιγμή που μια κρίση θα τους σοκάρει και θα τους ξυπνήσει. Συμβαίνει και αποτελεί τον κανόνα, ο νους μας να υπνωτίζεται από το τετριμμένο, από την υπόθεση ότι η καθημερινή ζωή είναι κοινή, δηλαδή βαρετή και ανούσια, κοινότοπη, και ενσωματώνει αυτή την απαισιοδοξία στη διανοητική του στάση απέναντι στη ζωή. Είναι σα να φοράμε, αυτόματα, μηχανικά, ένα ζευγάρι μαύρα γυαλιά που μας δείχνουν πολύ πιο σκοτεινά τα πράγματα.
       Ο Χούσερλ, που κατά τα άλλα επηρέασε πολύ τον Σαρτρ, ο οποίος τον εκτιμούσε απεριόριστα και θεωρούσε δάσκαλό του, αναγνώρισε το εμπρόθετο της συνειδητότητας, δηλαδή ότι ασχολιόμαστε μόνο με τα θέματα που μας ενδιαφέρουν, αγνοώντας τα υπόλοιπα, και αυτό σημαίνει, με άλλα λόγια, ότι η αντιληπτικότητά μας εξαρτάται από τη διανοητική μας στάση και βέβαια, από τη διάθεσή μας.
       Το σημαντικό ερώτημα που τίθεται τώρα είναι πώς θα μπορούσαμε να κάνουμε να διαρκούν περισσότερο οι εκλάμψεις, οι στιγμές που θυμόμαστε τον εαυτό μας. Αν η συνειδητότητα είναι εμπρόθετη, τότε η ευθύνη μας είναι μεγάλη αφού η αρνητικότητα ενισχύει τη λήθη του εαυτού μας. Οι εκστατικές εμπειρίες του Μάσλοου, οι στιγμές όπου γεμάτοι ενέργεια δεν μπορούμε να κρύψουμε τη χαρά και τον ενθουσιασμό μας, είναι σίγουρα στιγμές ολικής ενθύμησης της ύπαρξης, ταυτόχρονη συναίσθηση του εαυτού, αλλά και του έξω κόσμου. Πώς γίνεται όμως και έχουμε την τάση να βλέπουμε συνήθως τα πράγματα περισσότερο μαύρα και λιγότερο λευκά;
       Ο  Υπαρξισμός όμως ειδικά και η φιλοσοφία γενικότερα, μου δίνουν ένα αρκετά καλό πλαίσιο για να ξεκινήσει κάποια συζήτηση πάνω στη γενικευμένη αρνητικότητα των καιρών. Η Σιμόν ντε Μποβουάρ, με αυτή την τάση της να υποθέτει ότι η κενή συνειδητότητα που διαθέτει η ίδια σε στιγμές ναυτίας (Η Ναυτία, ένα περίφημο βιβλίο του Σαρτρ, που προσπαθεί να μας πείσει ότι η ναυτία είναι η φυσιολογική, η κανονική ανθρώπινη κατάσταση) είναι κάτι που μοιράζεται με όλους τους συνανθρώπους της, με έκανε να συνειδητοποιήσω ένα πολύ βασικό λάθος, δικό της, αλλά και των Υπαρξιστών γενικά.
dialogoi.enet.gr

1 σχόλιο:

  1. Δεν προσπαθεί να μας πείσει ότι η Ναυτία είναι η φυσιολογική, ανθρώπινη κατάσταση. Προσπαθεί να δώσει έμφαση στην ρευστότητα της ανθρώπινης κατάστασης

    ΑπάντησηΔιαγραφή