"Ανάμεσα στις επιθυμίες και στις ηδονές, υπάρχουν κάποιες παράνομες.Σε μερικούς περιστέλλονται από τους νόμους και από άλλες καλύτερες επιθυμίες, με την επικουρία του λογικού.Έτσι, ή φεύγουν εντελώς ή όσες μένουν είναι λίγες και αδύνατες. Σε άλλους όμως είναι δυνατότερες και περισσότερες..."
Πλάτωνος Πολιτεία

Τετάρτη, 23 Ιουνίου 2010

Στην πολιτεία των εκλεκτών!

Η Πολιτεία είναι ένα ώριμο και κορυφαίο έργο εμπνευσμένου στοχασμού καθώς συμποσώνει την οντολογία, τη γνωσιολογία, την ηθική, την αισθητική και την κοινωνικοπολιτική ιδεολογία του αθηναίου φιλοσόφου. Με την ακμαία αυτή συμβολή ο Πλάτων εγκαταλείπει οριστικά τους αδιέξοδους απορητικούς διαλόγους και καταθέτει τις θετικές του προτάσεις κατασκευάζοντας μια από τις πλέον γνωστές ουτοπίες. Η πρότασή του αποσκοπεί ασφαλώς στη διασφάλιση της ύψιστης ευδαιμονίας των κατοίκων αυτής της ιδανικής πολιτείας και εντάσσεται στην ευρύτερη επιδίωξη των αρχαίων Ελλήνων να εντοπίσουν «τι το άριστον;», «τι το κάλλιστον;» κτλ. στην ανθρώπινη ζωή.

Είναι φυσικό μια θεωρητική κατασκευή να διέπεται από κάποιες ρυθμιστικές προδιαγραφές και αυτό αντίκειται στο μοντέλο μιας ανοιχτής, πολυφωνικής κοινωνίας. Αν η πολιτική κατάθεση του Πλάτωνα μας φαίνεται μονοδιάστατη, θα πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπόψη μας δύο καθοριστικούς παράγοντες συγγραφής του έργου, έναν συγχρονικό και έναν διαχρονικό: α) Τα χρόνια του Πλάτωνα ανήκουν σε μια μεταβατική περίοδο, κατά την οποία το πολιτικό μόρφωμα της πόλης-κράτους παρακμάζει, οπότε καθίσταται ώριμο το αίτημα για μια εναλλακτική λύση. β) Οι σημερινές πολιτικές αντιλήψεις είναι προϊόν τόσο μιας μακραίωνης παράδοσης θεωρητικού στοχασμού όσο και έμπρακτης εφαρμογής ή προσαρμογής του. Θα ήταν, επομένως, άδικο να επιχειρήσουμε μια απαξιωτική κριτική καθώς ο Πλάτων δεν θεμελιώνει τις προτάσεις του σε έναν πολιτικό προβληματισμό με μεγάλο ιστορικό βάθος, όπως συμβαίνει σήμερα. Δεν θα πρέπει, δηλαδή, να αντιτάξουμε στο κλειστό σύστημα του φιλοσόφου μια εξίσου κλειστή και δογματική κριτική, αλλά θα πρέπει να προβούμε σε μια απροκατάληπτη κατανόησή του.

Στο σημείο αυτό επιλέγω να συζητήσω, λόγω έλλειψης χώρου, τις απόψεις του Πλάτωνα για τη λογοτεχνία και ειδικότερα για την ποίηση, την οποία, όπως είναι γνωστό, εξόριζε από την ιδανική του πολιτεία. Τρεις είναι οι λόγοι που οδηγούν τον φιλόσοφο στην καταδικαστική ετυμηγορία: από οντολογική άποψη η φύση της ποίησης δεν ανταποκρίνεται σε ένα πάγιο και βασικό ζητούμενο της φιλοσοφίας, την αλήθεια, γιατί η τέχνη ως απείκασμα του κόσμου της καθημερινής πραγματικότητας, η οποία με τη σειρά της είναι αντίγραφο του υπερβατικού κόσμου των ιδεών, αποτελεί μια απόμακρη αντανάκλαση της ιδεατής πραγματικότητας και γι' αυτό δεν είναι μόνο, ως αντίγραφο του αντιγράφου, περιττή αλλά και επιζήμια. Η βλάβη που προκαλεί είναι ηθική και ψυχολογική - και έτσι μεταβαίνουμε στους δύο άλλους λόγους που στοιχειοθετούν την πρόταση του Πλάτωνα για εξορία των ποιητών. Βλέποντας ο πολίτης στο θέατρο τις ακραίες καταστάσεις που παριστάνει η τραγωδία θα διαμορφώσει ενδεχομένως μια αρνητική συμπεριφορά. Τέλος, κινδυνεύει η στρατιωτική ικανότητα της τάξης των φυλάκων που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία της πόλης. Πώς να μην τρωθεί καίρια το πολεμικό φρόνημα εκείνων που κλαίνε και νιώθουν φόβο παρακολουθώντας μια παράσταση; Αν οι οντολογικές, ηθικές και ψυχολογικές ενστάσεις της πλατωνικής λογοτεχνικής κριτικής ευσταθούν, τότε η εκτόπιση της ποίησης από μια ευνομούμενη πολιτεία δεν είναι απλώς εύλογη αλλά και νομοτελειακά αναπόφευκτη. Ωστόσο είναι εξίσου εύλογο ότι, αν συντελεστεί μια αλλαγή του φιλοσοφικού παραδείγματος, τότε η κριτική ανατρέπεται.

Αυτή την αλλαγή πραγματοποίησε ο μαθητής του Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης, με την Ποιητική του. Αντικατέστησε τη θεωρία των υπερκόσμιων ιδεών του δασκάλου του με δύο ενδοκοσμικές κατηγορίες, την ύλη και τη μορφή. Η πραγματικότητα δεν αντιγράφει έναν υπερβατικό κόσμο, αλλά η ύλη κλείνει εντός της τη δυνατότητα να προσλαμβάνει ποικίλες μορφές που χαρακτηρίζονται από κάποια λειτουργικότητα και προορίζονται για έναν σκοπό. Ετσι η άποψη ότι το έργο τέχνης είναι αντίγραφο δευτέρου βαθμού έχασε κάθε έρεισμα. Το ηθικό πρόβλημα ο Αριστοτέλης το έλυσε υποστηρίζοντας ορθά ότι η τέχνη αποτελεί έναν αυτόνομο χώρο με τους δικούς του κανόνες. Η απαίτηση, επομένως, να επιτελεί ηθικοδιδακτική λειτουργία παύει να έχει αντικείμενο. Τέλος, ο Σταγιρίτης έδειξε ότι «δι' ελέου και φόβου» συντελείται η κάθαρση και προκαλείται η «οικεία ηδονή» της τραγωδίας, η οποία επενεργεί απολύτως θετικά πάνω στον δέκτη. Θα μπορούσαμε να ορίσουμε αρνητικά τα χαρακτηριστικά της Ποιητικής ως εξής: πρόκειται για μια θεωρητική περί ποιήσεως πραγματεία η οποία δεν είναι θεολογική, καθώς αποκλείει από την εξέτασή της τους θεούς, δεν είναι ηθική, καθώς αποφεύγει τον διδακτισμό και προκρίνει την απόλαυση, και δεν είναι κοινωνικά επικαθορισμένη, καθώς θέτει στο κέντρο του ενδιαφέροντός της τη σχέση παραγωγής και πρόσληψης της λογοτεχνίας, ενώ αγνοεί πλήρως τα κοινωνικά συμφραζόμενα, λ.χ. τον θεσμό των Μεγάλων Διονυσίων, στο πλαίσιο του οποίου ανεβάζονταν οι τραγωδίες.

Απομένει ένα ακόμη κεφαλαιώδες ερώτημα: Πώς αντιλαμβάνονται οι δύο φιλόσοφοι τη μίμηση που αποτελεί την ουσία της λογοτεχνίας; Για τον Πλάτωνα μίμηση είναι η δουλική αντιγραφή της εξωτερικής πραγματικότητας, ενώ για τον Αριστοτέλη ταυτίζεται με την πλασματικότητα, δηλαδή με την επινοημένη από τον ποιητή πραγματικότητα, που διέπεται από αδιάσπαστη ενότητα και αιτιώδη σύνδεση των παριστανόμενων γεγονότων σύμφωνα με τους κανόνες της πιθανοφάνειας ή της αναγκαιότητας. Η προηγούμενη συνοπτική συζήτηση έδειξε, νομίζω, ότι η συμβολή της Πολιτείας στη διαμόρφωση των απόψεων της αριστοτελικής Ποιητικής και δι' αυτής στη μετάβαση σε σύγχρονα θεωρητικά περί λογοτεχνίας σχήματα υπήρξε καθοριστική. Ως τώρα διαθέταμε δύο σημαντικές μεταφράσεις της Πολιτείας, αυτές του Ιωάννη Γρυπάρη και του Κωνσταντίνου Γεωργούλη. Και οι δύο χρειάζονταν επειγόντως εκσυγχρονισμό, γιατί κάθε μετάφραση έχει κατά κανόνα περιορισμένο χρόνο ζωής. Το επίμοχθο αυτό εγχείρημα το ανέλαβε αγόγγυστα ο χαλκέντερος μεταφραστής αρκετών πλατωνικών διαλόγων καθηγητής της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Ν. Μ. Σκουτερόπουλος και το διεκπεραίωσε με αξιοθαύμαστη επιτυχία. Τη μετάφραση την πλαισίωσε με μια σύντομη διαφωτιστική εισαγωγή και με τα εντελώς απαραίτητα για την κατανόηση του κειμένου σχόλια. Πιστεύω ότι με το ηράκλειο έργο που επιτέλεσε κέρδισε την παντοτινή ευγνωμοσύνη τόσο των φιλολόγων όσο και των φιλοσόφων.

Του κ. Δανιήλ Ι. Ιακώβ,καθηγητή στο Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
http://www.tovima.gr (Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2002)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου