"Ανάμεσα στις επιθυμίες και στις ηδονές, υπάρχουν κάποιες παράνομες.Σε μερικούς περιστέλλονται από τους νόμους και από άλλες καλύτερες επιθυμίες, με την επικουρία του λογικού.Έτσι, ή φεύγουν εντελώς ή όσες μένουν είναι λίγες και αδύνατες. Σε άλλους όμως είναι δυνατότερες και περισσότερες..."
Πλάτωνος Πολιτεία

Τρίτη, 31 Αυγούστου 2010

Δεν υπάρχουν ποιοτικά ανώτεροι ή κατώτεροι πολιτισμοί. Υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί πολιτισμοί, ο καθένας από τους οποίους είναι μια ξεχωριστή κατάθεση στην πανανθρώπινη πολιτισμική προσπάθεια .

                Της Σοφίας-Μαρίας Δρίτσα

       Όταν αναφερόμαστε στον όρο «πολιτισμό», εννοούμε τον τρόπο ζωής και τις αξίες μιας κοινωνίας, όπως αποκαλύπτονται μέσα από τους θεσμούς , τα ήθη και τα έθιμα της , τις συνήθειες των ανθρώπων στην εργασία ή στον ελεύθερο χρόνο τους, ακόμα και τους τρόπους επικοινωνίας μεταξύ τους.Πολιτισμοί  υπήρχαν και υπάρχουν πολλοί  και η κατηγοριοποίησή τους σε ανώτερους και κατώτερους δεν είναι κάτι καινούργιο. Στους ανώτερους αποδίδεται πάντα ο όρος «ισχυρός , αναπτυγμένος», ενώ στους κατώτερους ο όρος «βάρβαρος ή υποανάπτυκτος».
        Αναμφισβήτητα το φαινόμενο της αξιολόγησης των λαών και της κατηγοριοποίησης τους σε ανώτερους και κατώτερους έχει τις ρίζες του στην αρχαιότητα (Έλληνες και βάρβαροι). Μέχρι το πρώτο μισό του 20ού αιώνα το καθεστώς της αποικιοκρατίας είχε χωρίσει τους λαούς σε πολιτισμένους (κυρίαρχους) και σε υποανάπτυκτους (υποτελείς).
     Σήμερα, όμως οι αξιολογικές κρίσεις του τύπου «αυτό αποτελεί βαρβαρότητα» αφορούν κυρίως ζητήματα ηθικής και καθρεφτίζουν τις αξίες του ανθρωπισμού , του Διαφωτισμού και του Χριστιανισμού. Για παράδειγμα ο δυτικός  ‘πολιτισμός’ κόσμος , που στηρίζεται σε αυτές τις αξίες νιώθει αποτροπιασμό, όταν έρχεται αντιμέτωπος με κάποιους απάνθρωπους θεσμούς των κρατών της Ανατολής, όπως είναι η ποινή του ακρωτηριασμού ή η εκτέλεση με λιθοβολισμό.
Αυτή όμως η απαξιωτική στάση δε βοηθά στην κατανόηση, στη μελέτη και στην ερμηνεία των θεσμών και γενικότερα των πολιτισμών, που τους παράγει. Είναι μια λανθασμένη τακτική η οποία δεν αποφέρει αποτελέσματα. Κρίνουμε με βάση το « φαίνεσθαι» και δεν βλέπουμε τις ιδιαιτερότητες των άλλων. Γι’ αυτό  και στην εποχή μας το φαινόμενο του ρατσισμού είναι ιδιαίτερα έντονο.

      Υποβαθμίζουμε ορισμένες φυλές, γιατί ήρθαν στη χώρα μας για μια καλύτερη  ζωή, επειδή η χώρα τους δεν έχει τη δυνατότητα να τους προσφέρει τα αναγκαία. Τις θεωρούμε κατώτερες  και συνεπώς  καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η δική μας χώρα είναι ανώτερη, επειδή μπορεί να τους συντηρήσει, ενώ η δική τους όχι .
     Όταν χρησιμοποιούμε όμως ως κριτήριο την οικονομική ευμάρεια, δεν πρέπει να ξεχνούμε δυστυχώς ότι και η Ελλάδα υστερεί ποιοτικά σε σχέση με πλούσιες χώρες της Δύσης. Ας μην ξεχνάμε ότι και εμείς στο παρελθόν έχουμε υπάρξει οικονομικοί μετανάστες και πολλοί το ξανασκέφτονται για το μέλλον. Αυτό μας κάνει από τη μια να νιώθουμε μειονεκτικά ως λαός, ειδικά αυτές τις μέρες της οικονομικής κρίσης και από την άλλη να υποβαθμίζουμε ακόμη περισσότερο τους ξένους στην Ελλάδα,  για να κερδίσουμε τη χαμένη μας αυτοεκτίμηση.
     Το φαινόμενο του ρατσισμού, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως, γίνεται ολοένα και πιο  έντονο, καθώς η ελληνική κυβέρνηση αρνείται να αντιμετωπίσει το πρόβλημα. Είναι γεγονός ότι  οι ξένοι δημιουργούν αρκετά προβλήματα στη χώρα μας, με αποτέλεσμα να γίνονται ανεπιθύμητοι στους ντόπιους. Τα προβλήματα αυτά στηρίζονται εν μέρει σε προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες των ντόπιων, αλλά μερικά πράγματι επιβαρύνουν την ποιότητα της ζωής μας. Το κυριότερο σημείο τριβής μεταξύ ντόπιων και ξένων είναι το  θέμα της εργασίας. Με δεδομένο ότι η ανεργία είναι μάστιγα της εποχής, οι ντόπιοι δυσανασχετούν, όταν οι ξένοι, αποτελώντας φθηνότερο εργατικό δυναμικό, προτιμώνται στις δουλειές σε βάρος των ντόπιων.
     Αλλά προκειμένου να αποτιμήσουμε την ποιότητα ενός πολιτισμού με αντικειμενικό τρόπο, πρέπει προηγουμένως να τον μελετήσουμε μέσα από το πρίσμα της ιδιαιτερότητας του, δηλαδή των δικών του αξιών και προτύπων, γιατί διαφορετικά θα λειτουργήσουμε άκριτα και αυθαίρετα. Σ’ αυτή την περίπτωση, είτε θα απαξιώσουμε εντελώς το «διαφορετικό» - σα να μην υπάρχει- είτε θα αναδυθούμε σ’ έναν αγώνα εξόντωσής του , με απρόβλεπτες συνέπειες.

    Όπως αναφέρει και το σχετικό παράθεμα πρέπει να προσπαθήσουμε να κατανοήσουμε τα ήθη και τα έθιμα των άλλων λαών, γιατί όσο προσπαθούμε να τα απορρίψουμε ως κάτι πρωτόγονο και χαμηλής ποιότητας, τόσο ταυτιζόμαστε με αυτά. Αυτό σχετίζεται με την ιδιαιτερότητα της ανθρώπινης φύσης να θεοποιεί καθετί το απαγορευμένο και να του προσδίδει υπερφυσικές ιδιότητας. Υπάρχει κίνδυνος δηλαδή να επενδύσουμε στις «μαγικές» ικανότητες άλλων λαών και να χάσουμε την πνευματική και συναισθηματική μας αυτοτέλεια.
    Έπειτα, όταν περιφρονούμε μια ολόκληρη φυλή και ευχόμαστε να εξαφανιστεί από προσώπου γης, γιατί δεν αξίζει να υπάρχει, λειτουργούμε λανθασμένα. Χωρίς να γνωρίζουμε τον τρόπο ζωής τους, τα ήθη και τα έθιμα,  δε  δείχνουμε τον κατάλληλο σεβασμό στο πολιτισμό που οι ίδιοι έχουν αναπτύξει, με συνέπεια εμείς να είμαστε οι «άγριοι» ή αλλιώς «οι απολίτιστοι και βάρβαροι». Δυστυχώς τα όρια μεταξύ του πρωτόγονου και του πολιτισμένου είναι συχνά ασαφή. Πώς μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το Γάλλο πρόεδρο, που αυτή την περίοδο διώχνει από τη χώρα του τους «κακούς»και «πρωτόγονους»τσιγγάνους, με το επιχείρημα ότι ανεβάζουν στα ύψη το επίπεδο της εγκληματικότητας στη Γαλλία;
    Όλα δηλαδή σχετίζονται με τη διαδικασία σύγκρισης μεταξύ των λαών και με το κριτήριο που χρησιμοποιούμε. Σύμφωνα όμως, με σύγχρονες θεωρήσεις δεν υπάρχει κάποιο   απόλυτο πολιτισμικό πρότυπο, προκειμένου να κατατάξουμε τους πολιτισμούς σε ανώτερους και κατώτερους. Κάθε κοινωνία έχει το δικό της πολιτισμό, που διαφέρει από τους υπόλοιπους. Άλλωστε υπάρχουν πολλοί και διαφορετικοί πολιτισμοί, ο καθένας από τους οποίους είναι μια ξεχωριστή κατάθεση στην πανανθρώπινη πολιτισμική προσπάθεια.
    Με δεδομένο ότι ζούμε σε εποχές δύσκολες και επικίνδυνες , όπου ο ρατσισμός σκοτώνει και πάλι ανθρώπους, το λιγότερο που μπορούμε να ευχηθούμε είναι να αποκτήσει η παιδεία της χώρας μας το σωστό προσανατολισμό. Απαιτείται δηλαδή σεβασμός  στην ιδιαιτερότητα κάθε λαού και πολιτισμού, προσπάθεια για αλληλοκατανόηση και αναγνώριση ότι όλοι μπορούν να έχουν κάποια-στοιχειώδη έστω ατομικά δικαιώματα.

       Χρειάζεται να υπάρξει ανοχή, θέληση και προπάντων συνειδητοποίηση ότι όλοι, παρά τις ιδιαιτερότητες τους, ανήκουν σε ένα ενιαίο πολιτισμικό μόρφωμα, που προαπαιτεί έναν κώδικα κοινών αξιών και προτύπων. Δηλαδή απαιτούνται κάποιες οικουμενικές αξίες που θα λειτουργήσουν ως ένα κοινό πλαίσιο λειτουργίας της σύγχρονης πολυπολιτισμικής κοινωνίας, που θα επιτρέψουν τη διαφορετικότητα και την ειρηνική συνύπαρξη, πέρα από το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία: σεβασμός στον άνθρωπο, ανεκτικότητα απέναντι στις πολιτισμικές και θρησκευτικές ιδιαιτερότητες, ελευθερία, ισονομία και διάλογος!
     Καταλήγουμε λοιπόν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν ποιοτικά ανώτεροι και κατώτεροι πολιτισμοί, αλλά απλά διαφορετικοί και ο καθένας συμβάλλει με τον δικό του τρόπο στην πανανθρώπινη πολιτισμική προσπάθεια.
      Δεν πρέπει να ξεχνούμε ποτέ τα λόγια του Κλοντ Λεβί-Στρος, στο βιβλίο του, «Φυλές και ιστορία»: «Όσο περισσότερο προσπαθούμε να επιβάλλουμε διαχωριστικά όρια ανάμεσα στους πολιτισμούς και τα έθιμα, τόσο περισσότερο ταυτιζόμαστε με τα έθιμα που προσπαθούμε να αρνηθούμε. Όταν αποκλείουμε την ανθρωπότητα για όσους μας φαίνονται ότι είναι οι πιο «βάρβαροι», οι πιο «άγριοι» μέσα σ’ αυτήν, το μόνο που κατορθώνουμε είναι να μιμούμαστε έναν χαρακτηριστικό τρόπο συμπεριφοράς αυτών των «αγρίων».Βάρβαρος είναι πριν απ’ όλα αυτός που πιστεύει στη βαρβαρότητα».

    

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου