"Ανάμεσα στις επιθυμίες και στις ηδονές, υπάρχουν κάποιες παράνομες.Σε μερικούς περιστέλλονται από τους νόμους και από άλλες καλύτερες επιθυμίες, με την επικουρία του λογικού.Έτσι, ή φεύγουν εντελώς ή όσες μένουν είναι λίγες και αδύνατες. Σε άλλους όμως είναι δυνατότερες και περισσότερες..."
Πλάτωνος Πολιτεία

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

Η οικονομική κρίση στην Αργεντινή (1997-2001)

         Στο διάστημα 1997-2001 σημειώθηκε μια αρκετά σοβαρή οικονομική κρίση στην Αργεντινή, η οποία επηρέασε αποφασιστικά τις εξουσιαστικές δυνάμεις. Η κρίση αυτή πυροδότησε, επίσης, μια λαϊκή εξέγερση στις 19 και 20 Δεκέμβρη 2001, η οποία ανάγκασε σε παραίτηση και διαφυγή από τη χώρα τον τότε πρόεδρο Φερνάντο Ντε λα Ρούα και την αρχή μιας περιόδου ακυβερνησίας της χώρας, αλλά και την ανάπτυξη του λαϊκού αγώνα. Η εξέγερση έθεσε τέρμα σε μια σειρά νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων στη χώρα, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα μια έκρηξη των λαϊκών αγώνων: συνελεύσεις γειτονιάς, κινήματα ανέργων εργατών και καταλήψεις εργοστασίων και εταιρειών από τους εργάτες. 
          Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, το οικονομικό μοντέλο της χώρας βασίστηκε στη “μετατρεψιμότητα” του νομίσματος που επιβλήθηκε στην Αργεντινή. Αυτό σήμαινε ότι ένα πέσο ήταν ίσο με ένα αμερικανικό δολάριο. Ξεκάθαρα, ο μόνος τρόπος διατήρησης αυτής της ισοτιμίας ήταν διαμέσου των εξωτερικών πιστώσεων.
        Όταν, από το 1997, οι πιστώσεις αυτές ακρίβυναν, η οικονομία της Αργεντινής οδηγήθηκε σε σοβαρή ύφεση. Ενώ το οικονομικό αυτό μοντέλο δημιούργησε τεράστιο ποσοστό ανεργίας (πάνω από 10%) η πραγματική ανεργία ανήλθε σε πάνω από 25%. Αρκετές επιχειρήσεις πτώχευσαν, πετώντας όλο και πιο πολλούς εργαζόμενους στο δρόμο.
         Η αντίδραση της κυβέρνησης, ακολουθώντας τις συμβουλές του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, ήταν η εφαρμογή περικοπών στον εθνικό προϋπολογισμό, οι οποίες χειροτέρευσαν ακόμα περισσότερο την κατάσταση των λαϊκών στρωμάτων. Από το 2001 η Αργεντινή έπαυσε να αποτελεί παράδεισο επενδύσεων, μιας και μεγάλο μέρος του κεφαλαίου έφυγε από τη χώρα. Η αντίδραση της κυβέρνησης ήταν να “παγώσει” τις τραπεζικές καταθέσεις, απαλλοτριώνοντας δηλαδή τις καταθέσεις της εργατικής και της μεσαίας τάξης, για να σωθεί το τραπεζικό σύστημα.

       Αντιμέτωπη με την κατάσταση αυτή, η άρχουσα τάξη διαιρέθηκε σε δυο στρατόπεδα για να ξεπεράσει την κρίση, Το ένα στρατόπεδο επιζητούσε την εγκατάλειψη της “μετατρεψιμότητας”, υποτιμώντας το νόμισμα και καθιστώντας την τοπική παραγωγή πιο ανταγωνιστική σε παγκόσμιο επίπεδο. Το άλλο στρατόπεδο επιζητούσε την υιοθέτηση του δολαρίου ως νομίσματος καθημερινών συναλλαγών, κάνοντας την τοπική οικονομία όλο και πιο εξαρτημένη από την οικονομία των ΗΠΑ.
         Η κοινωνική κατάσταση έγινε πιο δυσμενής τον Δεκέμβρη του 2001. Το “πάγωμα” των τραπεζικών καταθέσεων είχε ως αποτέλεσμα οι εργαζόμενοι να μην μπορούν να πληρωθούν. Η έλλειψη χρήματος επέτεινε τη διαδικασία πτώχευσης και η ανεργία αυξήθηκε περαιτέρω. Αυτό οδήγησε στη μαζική λεηλασία καταστημάτων στα προάστια των μεγάλων πόλεων. Η κυβέρνηση αντέδρασε με την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, καταπατώντας τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών τη νύχτα της 19 Δεκέμβρη. Μετά από ένα προεδρικό διάγγελμα στην τηλεόραση εκείνο το βράδυ, ο πληθυσμός των μεγάλων πόλεων ξεχύθηκε στους δρόμους. Η μεσαία τάξη της χώρας εξαγριώθηκε κυριολεκτικά, με αποτέλεσμα μία γενική απεργία στις 13 Δεκεμβρίου που κατέληξε σε μαζικές, βίαιες, διαδηλώσεις λίγο αργότερα «κοστίζοντας» συνολικά 28 θανάτους. Έτσι άρχισε η λαϊκή εξέγερση που τερμάτισε την προεδρία του Φερνάντο Ντε λα Ρούα.
       Ο νέος πρόεδρος ορίστηκε την 1η Ιανουαρίου του 2002, αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του την επόμενη ημέρα. Με υπόδειξη των ειδικών του οικονομικού επιτελείου του, αποφάσισε αμέσως: α) την υποτίμηση του «Πέζος» β) απαγόρευσε το άνοιγμα των τραπεζών σε ολόκληρη τη χώρα, για να αποφύγει τις αγορές δολαρίων εκ μέρους των πολιτών, κάτω από συνθήκες πανικού.

      Στα τέλη του 2002 η Οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται αργά αλλά σταθερά, αφού άρχισε να αποδίδει η υποτίμηση του νομίσματος. Το 2004 έγιναν συγκεκριμένες προτάσεις σε εκπροσώπους των παλαιών δανειστών της Αργεντινής, οι οποίες προέβλεπαν την πληρωμή του 25% (αργότερα του 35%) των παλαιών χρεών της – αυτών δηλαδή που υπήρχαν, πριν από την ημερομηνία που η χώρα χρεοκόπησε.
       Οι προτάσεις αυτές προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις εκ μέρους κυρίως των διεθνών πιστωτών του κράτους, οι οποίοι αντιπροσώπευαν το 55% περίπου των χρεών του, με αποτέλεσμα να επιδεινωθούν οι σχέσεις του με το ΔΝΤ. Εν τούτοις η Αργεντινή, μετά από πολλές διπλωματικές προσπάθειες, κατάφερε να πείσει την πλειοψηφία των δανειστών της – με εξαίρεση τη Γερμανία και την Ιταλία. Η διαδικασία της πληρωμής των παλαιών χρεών, μέσω αναχρηματοδότησης, προέβλεπε τελικά, κατά μέσον όρο, την πληρωμή του 50% των δανειακών κεφαλαίων.
Ευγενία Γίδαρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου